Η Άννα Μαρία γίνεται 80 ετών σήμερα (Κυριακή 30 Αυγούστου), έχοντας πίσω της μια ζωή που ξεκίνησε στο παλάτι της Κοπεγχάγης και πέρασε από την Αθήνα, τη Ρώμη και το Λονδίνο, πριν επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου 1946 στο Ανάκτορο Αμάλιενμποργκ, ως η μικρότερη κόρη του βασιλιά Φρειδερίκου Θ’ της Δανίας και της βασίλισσας Ίνγκριντ.
Στα 13 της γνώρισε για πρώτη φορά τον άνθρωπο που θα γινόταν σύζυγός της. Πέντε χρόνια αργότερα, η νεαρή πριγκίπισσα της Δανίας παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο στην Αθήνα και έγινε βασίλισσα των Ελλήνων. Η παραμονή της ως βασίλισσας στην Ελλάδα κράτησε μόλις τρία χρόνια και 86 ημέρες, μέχρι την αναχώρηση της οικογένειας από τη χώρα τον Δεκέμβριο του 1967.
Από τότε πέρασαν δεκαετίες. Η οικογένεια έζησε στην Ιταλία και στη συνέχεια στο Λονδίνο, απέκτησε πέντε παιδιά και δημιούργησε έναν μεγάλο οικογενειακό κύκλο. Το 2013, η Άννα Μαρία και ο Κωνσταντίνος επέστρεψαν για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, τον Ιανουάριο του 2023, η Άννα Μαρία παρέμεινε στην Αθήνα. Η ίδια έχει περιγράψει την επιστροφή ως κάτι που περίμεναν επί χρόνια.
Από το Αμάλιενμποργκ στην Ελλάδα
Η Άννα Μαρία ήταν το τρίτο και τελευταίο παιδί του Φρειδερίκου Θ΄ και της Ίνγκριντ. Έχει δύο μεγαλύτερες αδελφές, τη Μαργκρέτε, που αργότερα έγινε βασίλισσα της Δανίας, και τη Βενεδίκτη. Η ίδια μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η βασιλική ιδιότητα ήταν μέρος της καθημερινότητας, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει ότι η ζωή της θα συνδεόταν τόσο στενά με την Ελλάδα.

Lindblom Stefan/Stella Pictures/ABACA / Abaca Press / Profimedia
Η πρώτη συνάντηση με τον Κωνσταντίνο έγινε το 1959, όταν η ελληνική βασιλική οικογένεια επισκέφθηκε τη Δανία. Η Άννα Μαρία ήταν τότε σχεδόν 13 ετών και ο Κωνσταντίνος 19.
Χρόνια αργότερα, η ίδια θυμόταν εκείνη την πρώτη επίσκεψη με έναν τρόπο που δείχνει πόσο μακρινή έμοιαζε τότε η Ελλάδα στα μάτια ενός κοριτσιού από την Κοπεγχάγη.
«Δεν ήμουν ούτε 13 ετών. Η οικογένεια του συζύγου μου έκανε ένα ταξίδι στην Ευρώπη με το αυτοκίνητο και κατέληξαν στη Δανία, όπου μας επισκέφτηκαν. Θυμάμαι ότι ήμασταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι για το γεγονός ότι μια οικογένεια από την Ελλάδα θα ερχόταν στο σπίτι μας. Κατά κάποιον τρόπο, μας φαινόταν ότι απείχαν μίλια μακριά. Στο μυαλό μας έμοιαζε σαν κάτι εξωτικό».
Η γνωριμία εκείνη δεν έμεινε μια παιδική ανάμνηση. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στη Δανία και, όπως έχει διηγηθεί η ίδια, χρησιμοποίησε ακόμη και την κοινή τους αγάπη για την ιστιοπλοΐα ως αφορμή για να τη συναντήσει ξανά.
Η σχέση τους εξελίχθηκε σταδιακά και το 1963 ήρθε ο αρραβώνας.
Τότε η Άννα Μαρία είχε δώσει μια δήλωση που εξηγεί αρκετά για το πώς έβλεπε η ίδια τον γάμο της, πριν ακόμη φορέσει το στέμμα:
«Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να παντρευτώ ένα Βασιλιά. Ήθελα απλά να είμαι μία γυναίκα ευτυχισμένη με το σύζυγό της. Ναι, αγαπώ εδώ και καιρό τον Κωνσταντίνο, και εύχομαι ο χρόνος να μας επιτρέψει να ζήσουμε μερικά χρόνια όπως όλος ο κόσμος».

Η πρόταση γάμου και ο πεθερός που κλείδωσε τον Κωνσταντίνο στην τουαλέτα
Η πρόταση γάμου δεν έγινε ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς από ένα βασιλικό ζευγάρι.
Ο Κωνσταντίνος ταξίδεψε στην Κοπεγχάγη και ζήτησε από τον βασιλιά Φρειδερίκο το χέρι της κόρης του. Ο πατέρας της Άννας Μαρίας, αντί να του απαντήσει αμέσως, τον άφησε κλειδωμένο στην τουαλέτα του γραφείου του, προκειμένου να συζητήσει πρώτα το θέμα με τη σύζυγό του. Η ίδια η Άννα Μαρία έχει περιγράψει το περιστατικό χρόνια αργότερα.
«Ο Κωνσταντίνος πήγε μέσα, δεν ήξερε που ήταν. Βρήκε μία πρίζα και άνοιξε το φως και είδε ότι ήταν τουαλέτα. Έμεινε εκεί. Ο πατέρας μου ήρθε μέσα στο σαλόνι και είπε στην μητέρα μου ότι «ξέρεις, θέλει να παντρευτεί την κόρη μας, τι νομίζεις;». Και η μητέρα μου είπε “νομίζω είναι πολύ καλή ιδέα, μας αρέσει πολύ, τον αγαπάμε”».
Η απάντηση ήταν θετική και η ημερομηνία του γάμου ορίστηκε για τις 18 Σεπτεμβρίου 1964. Η Άννα Μαρία είχε μόλις συμπληρώσει τα 18 της χρόνια.

Στα 18 της έγινε βασίλισσα της Ελλάδας
Ο γάμος έγινε στη Μητρόπολη Αθηνών και αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα βασιλικά γεγονότα της εποχής. Στην Αθήνα έφτασαν μέλη βασιλικών οικογενειών από ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ η πόλη είχε σημαιοστολιστεί για την άφιξη της νεαρής πριγκίπισσας.
Ο Κωνσταντίνος ήταν 24 ετών και η Άννα Μαρία 18. Εκείνη θυμάται ότι, παρά το μέγεθος της τελετής, δεν αισθανόταν τόσο αγχωμένη όσο θα περίμενε κανείς.
«Νομίζω ότι όλες οι νύφες είναι λίγο νευρικές. Αλλά βασικά ήμουν ήρεμη. Νομίζω ότι είχε κάτι να κάνει με την ηλικία μου. Όταν είσαι τόσο νέα, όπως ήμουν, είσαι ανέμελη και καλόβουλη. Έγινα 18 χρονών λίγες εβδομάδες πριν από το γάμο, και όταν είμαστε νέοι φαίνονται όλα συναρπαστικά».



Στην κατάμεστη Μητρόπολη με 1.200 όρθιους προσκεκλημένους (ανάμεσά τους 18 βασιλείς, 103 πρίγκιπες και 87 αρχηγούς κρατών) πραγματοποιήθηκε το μυστήριο με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια.
Με τη βασίλισσα Φρειδερίκη να κρατά τα χρυσά στέμματα πάνω από τον Κωνσταντίνο και την Άννα-Μαρία, η Αθήνα γιόρταζε με 101 κανονιοβολισμούς από τον Λυκαβηττό, χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες και τις σειρήνες του Πολεμικού Ναυτικού να ηχούν σε όλο τον Σαρωνικό.
Η νεαρή Δανή πριγκίπισσα μπήκε έτσι σε μια χώρα που έμελλε να γίνει το σπίτι της, αλλά και σε μια ιστορική περίοδο που θα άλλαζε δραματικά τη ζωή της.
Η Άννα Μαρία έγινε βασίλισσα της Ελλάδας ως σύζυγος του Κωνσταντίνου Β΄στις 18 Σεπτεμβρίου 1964. Το βασιλικό ζεύγος απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά: την Αλεξία, τον Παύλο, τον Νικόλαο, τη Θεοδώρα και τον Φίλιππο.
Η πρώτη κόρη τους, η Αλεξία, γεννήθηκε το 1965 στην Κέρκυρα, ενώ ο Παύλος γεννήθηκε στο Τατόι το 1967, λίγους μήνες πριν από τις δραματικές εξελίξεις που θα οδηγούσαν την οικογένεια εκτός Ελλάδας.
Η 21η Απριλίου και η έξοδος από την Ελλάδα
Η Άννα Μαρία δεν πρόλαβε να ζήσει για πολλά χρόνια τον ρόλο της βασίλισσας. Στις 21 Απριλίου 1967 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών.
Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ο Κωνσταντίνος επιχείρησε να ανατρέψει τη δικτατορία. Η προσπάθεια απέτυχε και στις 13 Δεκεμβρίου το βασιλικό ζεύγος αναχώρησε από την Ελλάδα. Η Άννα Μαρία ήταν μόλις 21 ετών.

Για εκείνη, η αναχώρηση από την Ελλάδα δεν ήταν απλώς μια αλλαγή κατοικίας. Ήταν η απότομη διακοπή μιας ζωής που είχε αρχίσει μόλις τρία χρόνια νωρίτερα.
Σε συνέντευξή της στον Χρήστο Ζαμπούνη, είχε εξηγήσει ότι στις πολιτικές συζητήσεις με τον σύζυγό της προτιμούσε να ακούει περισσότερο παρά να παρεμβαίνει.
«Συζητούσαμε πολλά θέματα και μου εξηγούσε ο άνδρας μου την κατάσταση αλλά επειδή ήμουν νέα στην Ελλάδα προτιμούσα να ακούω παρά να εκφράζω τη γνώμη μου. Δεν ήταν η θέση μου να δίνω συμβουλές».
Η οικογένεια εγκαταστάθηκε αρχικά στη Ρώμη και αργότερα στο Λονδίνο, όπου έζησε για πολλές δεκαετίες.
Πέντε παιδιά, εννέα εγγόνια και μια οικογένεια που μεγάλωσε μακριά από την Ελλάδα
Η ζωή στο εξωτερικό δεν σήμαινε ότι η Ελλάδα έπαψε να αποτελεί σημείο αναφοράς για την οικογένεια.
Τα πέντε παιδιά του ζευγαριού μεγάλωσαν σε διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο στο οποίο είχαν μεγαλώσει οι γονείς τους. Η Άννα Μαρία και ο Κωνσταντίνος φρόντισαν, όπως έχουν πει, να διατηρήσουν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική ταυτότητα μέσα στην οικογένεια.

Σε παλαιότερη συνέντευξή της είχε εξηγήσει γιατί τα παιδιά τους έμαθαν ελληνικά αντί για δανικά:
«Όχι. Νομίζω ότι αν είχαμε ζήσει στην Ελλάδα σ΄όλη τη διάρκεια της ζωής μας, θα είχαν ίσως μάθει τη δανική γλώσσα. Αλλά επειδή ζούσαμε μακριά από την Ελλάδα, ήταν σημαντικό να μάθουν ελληνικά απ’ ό,τι δανικά».
Και όταν ρωτήθηκε πώς προσδιορίζει τον εαυτό της ύστερα από 18 χρόνια στη Δανία, τρία χρόνια στην Ελλάδα και περίπου τέσσερις δεκαετίες στη Βρετανία, η απάντησή της ήταν σύντομη: «Είμαι Ελληνίδα!»
Δεν ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε έτσι για τη σχέση της με την Ελλάδα. Σε άλλη τηλεοπτική αναφορά έχει πει: «Γεννήθηκα στη Δανία αλλά τώρα είμαι Ελληνίδα…».
Η επιστροφή που περίμενε για χρόνια
Για την Άννα Μαρία και τον Κωνσταντίνο, η επιστροφή στην Ελλάδα δεν έγινε αμέσως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Χρειάστηκαν δεκαετίες μέχρι να εγκατασταθούν ξανά μόνιμα στη χώρα.
Για ένα μεγάλο διάστημα το ζευγάρι είχε ως βάση το Λονδίνο, ενώ περνούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Ελλάδα, κυρίως στο Πόρτο Χέλι. Το 2013 αποφάσισαν να επιστρέψουν μόνιμα. Η ίδια είχε περιγράψει τότε την απόφαση ως κάτι που περίμεναν για χρόνια.
«Ναι, απολύτως φανταστικά και υπέροχα. Αυτό είναι που θέλαμε όλα αυτά τα χρόνια. Εμείς ονειρευόμασταν όλη την ώρα να επιστρέψουμε πίσω στην Ελλάδα».
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου στις 10 Ιανουαρίου 2023, η Άννα Μαρία παρέμεινε στην Αθήνα. Η οικογένεια και η καθημερινότητά της άλλαξαν ξανά, αυτή τη φορά χωρίς τον άνθρωπο με τον οποίο είχε περάσει σχεδόν έξι δεκαετίες.

Η «Αφρόεσσα» και η ζωή μακριά από τα Ανάκτορα
Μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ζωής της Άννας Μαρίας είναι η σχέση της με τη θάλασσα και την ιστιοπλοΐα.
Για τα 60ά της γενέθλια, το 2006, ο Κωνσταντίνος της έκανε ένα δώρο που συνδύαζε τη δική της αγάπη για τη θάλασσα με τη δική του. Ήταν ένα ξύλινο σκάφος, η «Αφρόεσσα», το οποίο προετοιμάστηκε μυστικά ώστε εκείνη να μην αντιληφθεί τίποτα.

Η θάλασσα, το Πόρτο Χέλι και οι οικογενειακές στιγμές μακριά από τις επίσημες υποχρεώσεις αποτέλεσαν ένα διαφορετικό κομμάτι της ζωής της μετά την αποχώρηση από το Λονδίνο.
Η Άννα Μαρία είχε επίσης αποκαλύψει ότι, αν δεν είχε γεννηθεί σε βασιλική οικογένεια, θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει διαφορετικό επαγγελματικό δρόμο. Έχει αναφέρει την ιστορία και τη μουσική ως δύο πεδία που θα την ενδιέφεραν.
Και όταν μιλά για τον χαρακτήρα της, ξεχωρίζει το χιούμορ ως ένα από τα στοιχεία που θεωρεί πιο σημαντικά στον εαυτό της.
Η Αθήνα που έγινε ξανά σπίτι
Η επιστροφή της Άννας Μαρίας στην Ελλάδα δεν είχε μόνο τη σημασία μιας μόνιμης εγκατάστασης στη χώρα όπου έζησε τα πρώτα χρόνια του γάμου της. Ήρθε έπειτα από μια ολόκληρη ζωή μακριά από την Αθήνα, αλλά και μετά τον θάνατο του συζύγου της, Κωνσταντίνου Β΄, τον Ιανουάριο του 2023.



Η Άννα Μαρία βρέθηκε ξανά στην Ελλάδα λίγες ημέρες αργότερα, για την κηδεία του Κωνσταντίνου στη Μητρόπολη Αθηνών και την ταφή του στο Τατόι. Η εικόνα της να αποχαιρετά τον άνθρωπο με τον οποίο είχε μοιραστεί σχεδόν έξι δεκαετίες ζωής έφερε μαζί της ολόκληρη τη διαδρομή τους, από τον γάμο τους το 1964 μέχρι τα χρόνια της εξορίας και την επιστροφή τους στην Ελλάδα.
Η ίδια είχε γνωρίσει την Αθήνα στα 18 της, όταν έφτασε ως νεαρή πριγκίπισσα της Δανίας για να παντρευτεί τον τότε διάδοχο του ελληνικού θρόνου. Έφυγε από την Ελλάδα λίγα χρόνια αργότερα, έχοντας ήδη γίνει μητέρα δύο παιδιών. Θα περνούσαν περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες μέχρι η Αθήνα να γίνει ξανά ο τόπος όπου θα επέλεγε να ζήσει.
Σήμερα η καθημερινότητά της δεν έχει καμία σχέση με το πρωτόκολλο και τις επίσημες υποχρεώσεις της εποχής που ήταν βασίλισσα των Ελλήνων. Η ζωή της στην Αθήνα συνδέεται κυρίως με την οικογένειά της, τα παιδιά και τα εγγόνια της, αλλά και με μια πόλη που, παρά τα χρόνια που μεσολάβησαν, παρέμεινε κομμάτι της προσωπικής της ιστορίας.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]