Όταν η Μακένζι Σκοτ χώρισε από τον Τζεφ Μπέζος το 2019, βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα στους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου. Ο διακανονισμός του διαζυγίου της χάρισε, μεταξύ άλλων, περίπου το 4% των μετοχών της Amazon, αξίας τότε περίπου 38 δισ. δολαρίων.
Από πολύ νωρίς, η Μακένζι Σκοτ άρχισε να μοιράζει μεγάλο μέρος της περιουσίας της σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς, πανεπιστήμια και φορείς κοινωνικής στήριξης, ενώ παράλληλα διατήρησε εξαιρετικά χαμηλό δημόσιο προφίλ. Σπάνια μιλά, δεν σχολιάζει συχνά την προσωπική της ζωή και συνήθως αφήνει τις πράξεις της να μιλούν για εκείνη. Γι’ αυτό και προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση όταν ανακοίνωσε ότι θα δημοσίευε μόνη της, σε συνέχειες, το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο «Last Days in Two Nations (A History in Eighteen Minds)».
Last Days in Two Nations
(A History in Eighteen Minds)https://t.co/2KdiGF8JBD— MacKenzie Scott (@mackenziescott) August 8, 2026
Η Μακένζι Σκοτ δεν είναι άγνωστη στη λογοτεχνία. Υπήρξε μαθήτρια της Τόνι Μόρισον και είχε ήδη εκδώσει δύο βιβλία με το όνομα Μακένζι Μπέζος: το «The Testing of Luther Albright» το 2005 και το «Traps» το 2013. Το νέο της έργο, όμως, κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Πρόκειται για μια δυστοπική ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα κοντινό μέλλον, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διασπαστεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: τις πολιτείες «Still United» και ένα αυταρχικό καθεστώς που ονομάζεται «Dakota Membership».
Η αφήγηση περνά από 18 διαφορετικούς χαρακτήρες και περι- μια κοινωνία όπου η ελεύθερη σκέψη τιμωρείται, οι πολίτες παρακολουθούνται και ακόμη και παιδιά ή άνθρωποι με «ανάρμοστες» ιδέες μπορεί να οδηγηθούν σε κέντρα «αυτοβελτίωσης», να υποστούν ακραίες θεραπείες ή και χειρότερα.
Στο κέντρο αυτού του κόσμου βρίσκεται ο πρόεδρος Ντέμιαν Πάξτον, ένας αυταρχικός ηγέτης με εμμονή στην ευγονική, την πολυτέλεια και την προσωπική εξουσία. Το βιβλίο είναι γεμάτο αναφορές στον ναζισμό, στην προπαγάνδα και στη χειραγώγηση, ενώ ορισμένοι αναγνώστες και σχολιαστές είδαν στον χαρακτήρα του στοιχεία που παραπέμπουν στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική και κουλτούρα της εξουσίας.
Η πιο χαρακτηριστική φιγούρα, ωστόσο, είναι η Λιβ Λόκχαρτ, μια διοργανώτρια εκδηλώσεων του καθεστώτος, η οποία δημόσια εμφανίζεται πιστή στον Πάξτον, αλλά ιδιωτικά τον σαρκάζει και προσπαθεί να προστατεύσει τον γιο της και να οργανώσει τη διαφυγή τους.
Σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα αποσπάσματα του βιβλίου, η Λόκχαρτ λέει: «Δεν υπάρχουν καλές επιλογές. Αυτό δεν είναι κάποιος μπουφές φαντασίας. Είναι ένας μπουφές από σκατένια σάντουιτς. Απλώς διάλεξε ένα, φάε μπουκιά τη μπουκιά, χώνεψέ το και ξαναγύρνα. Σκ… σκέψεις, σκ… επιλογές, κάθε χώρα είχε τα δικά της σκ…, αραδιασμένα πάνω σε ένα τραπέζι από μοναχικούς άνδρες-μωρά».

Οι αιχμές για την εξουσία και οι υποψίες για τον Μπέζος
Η επιλογή της Μακένζι Σκοτ να κυκλοφορήσει το βιβλίο δωρεάν μέσω Substack προκάλεσε επίσης συζητήσεις, καθώς πολλοί παρατήρησαν ότι με αυτόν τον τρόπο το έργο της έμενε εκτός Amazon.
Η ίδια δεν έχει πει ότι το βιβλίο αποτελεί σχόλιο για τον Τζεφ Μπέζος, όμως το γεγονός ότι το δημοσίευσε με το πραγματικό της όνομα, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρώην σύζυγός της βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει εικασίες. Ορισμένοι σχολιαστές διάβασαν πίσω από τις περιγραφές της πολυτέλειας, των ισχυρών ανδρών, της ναρκισσιστικής εξουσίας και της κοινωνικής απομόνωσης έμμεσες αναφορές στον Τζεφ Μπέζος και στο περιβάλλον γύρω του. Το βιβλίο, πάντως, δεν προσφέρει κάποιο ξεκάθαρο «κλειδί» που να επιβεβαιώνει αυτή την ερμηνεία.

Αντίθετα, γίνεται ακόμη πιο χαοτικό όσο πλησιάζει προς το τέλος. Πολλοί χαρακτήρες πεθαίνουν ξαφνικά, ο Πάξτον καταλήγει απομονωμένος σε υπόγειο καταφύγιο και η αφήγηση μεταφέρεται χρόνια αργότερα, όταν ο γιος της Λόκχαρτ, πλέον ενήλικος, μελετά την «διαγενεακή επίδραση του ναρκισσιστικού ελέγχου στα κράτη και στα οικογενειακά συστήματα».
Το τέλος αφήνει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Μιλά για πολλαπλές αφηγήσεις, για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θυμούνται διαφορετικά τα ίδια γεγονότα και για το πώς ακόμη και η βία μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος σύνδεσης μεταξύ ανθρώπων. Αυτό ακριβώς ήταν και ένα από τα βασικά σημεία κριτικής. Το Vanity Fair σημείωσε σκωπτικά ότι ίσως η Μακένζι Σκοτ θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει λίγο ακόμη από την περιουσία της για έναν καλό επιμελητή κειμένου, ενώ η New York Post χαρακτήρισε το έργο «δύσκολο να ξεμπερδευτεί».
Η μορφή του βιβλίου ενισχύει αυτή την αίσθηση. Οι αναγνώστες μπορούν είτε να το διαβάσουν απευθείας στο Substack είτε να κατεβάσουν αρχεία PDF που μοιάζουν περισσότερο με χειρόγραφο υπό επεξεργασία παρά με ολοκληρωμένο βιβλίο.
Παρά την αμηχανία που έχει προκαλέσει, το «Last Days in Two Nations» κατάφερε να τραβήξει μεγάλη προσοχή, ακριβώς επειδή η Μακένζι Σκοτ παραμένει μια από τις πιο μυστηριώδεις και ισχυρές γυναίκες στον κόσμο. Περίπου 11.000 άνθρωποι γράφτηκαν για να διαβάσουν το έργο της, αναζητώντας ίσως κάτι περισσότερο από μια δυστοπική ιστορία: ένα παράθυρο στον τρόπο που βλέπει σήμερα την εξουσία, την οικογένεια, τον πλούτο και τον κόσμο γύρω της.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]