Την ώρα που η Ελλάδα προχωρά στη νομοθετική απαγόρευση πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών, μια νέα επιστημονική ανασκόπηση αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα: γνωρίζουμε πραγματικά πόσο ωφελεί την ψυχική υγεία των νέων η απομάκρυνσή τους από τις ψηφιακές πλατφόρμες;
Η απάντηση δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο συχνά παρουσιάζεται στον δημόσιο διάλογο. Ερευνητές που ανέλυσαν 45 μελέτες για την αποκαλούμενη «ψηφιακή αποτοξίνωση» διαπίστωσαν σημαντικές μεθοδολογικές αδυναμίες και περιορισμένα στοιχεία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της.
Η ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου στο Communications Psychology, δεν υποστηρίζει ότι η μείωση της χρήσης των social media είναι αναποτελεσματική. Επισημαίνει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν για ασφαλή, γενικευμένα συμπεράσματα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παιδιά και νεότερους εφήβους.
Η ελληνική απαγόρευση και το κενό στα δεδομένα
Σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση του Υπουργείου Υγείας, στις 12 Οκτωβρίου, το νομοσχέδιο για την πρόσβαση των ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα εισήχθη στη Βουλή στις 13 Οκτωβρίου, με προγραμματισμένη ψήφιση στις 22 Οκτωβρίου και έναρξη εφαρμογής την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η νομοθετική πρωτοβουλία των Υπουργείων Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Υγείας προβλέπει απαγόρευση πρόσβασης για παιδιά που δεν έχουν συμπληρώσει τα 15 έτη, ενώ μεταφέρει στις πλατφόρμες την ευθύνη αξιόπιστης επαλήθευσης της ηλικίας. Στόχος είναι η προστασία των ανηλίκων από την προβληματική χρήση, τον διαδικτυακό εκφοβισμό και άλλους κινδύνους που συνδέονται με το ψηφιακό περιβάλλον.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της νέας ανασκόπησης, ωστόσο, είναι ότι από τις 45 μελέτες που εξετάστηκαν, μόνο μία περιλάμβανε δείγμα με μέση ηλικία κάτω των 16 ετών.
Πρόκειται για ουσιαστικό επιστημονικό κενό: οι πολιτικές προστασίας των παιδιών χρειάζονται τεκμηρίωση που να αφορά και τις ηλικίες στις οποίες εφαρμόζονται.
Τι συμβαίνει όταν κλείνουμε τα social media;
Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Stony Brook, το Beth Israel Deaconess Medical Center και άλλα ιδρύματα εξέτασαν αρχικά 12.058 επιστημονικές δημοσιεύσεις, επιλέγοντας 45 μελέτες της περιόδου 2015–2025.
Τα αποτελέσματα της προηγούμενης έρευνας παραμένουν αντικρουόμενα. Ενδεικτικά, μετα-ανάλυση δέκα μελετών δεν διαπίστωσε στατιστικά σημαντική βελτίωση στη συναισθηματική ευεξία ή την ικανοποίηση από τη ζωή μετά την αποχή από τα social media. Αντίθετα, άλλη μετα-ανάλυση εντόπισε μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, όχι όμως αντίστοιχα σαφή οφέλη στο στρες ή στη συνολική ψυχική ευεξία.
Η νέα ανασκόπηση επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η εικόνα παραμένει τόσο θολή, αναδεικνύοντας αδυναμίες στον σχεδιασμό των παρεμβάσεων και στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους.
«Είναι σαφές ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να βλάψουν την ψυχική υγεία, αλλά γνωρίζουμε ελάχιστα για το πώς ή γιατί συμβαίνει αυτό», δήλωσε ο ψυχίατρος John Torous, κύριος συντάκτης της μελέτης.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι επιπτώσεις διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο: η χρήση μπορεί να είναι επιβαρυντική για ορισμένους, ουδέτερη για άλλους και, σε κάποιες περιπτώσεις, ωφέλιμη.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόση ώρα περνούν στην οθόνη
Η ανασκόπηση δεν αναιρεί τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίζουν παιδιά και έφηβοι στο διαδίκτυο, ούτε αξιολογεί άμεσα την αποτελεσματικότητα του ελληνικού νομοσχεδίου. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να γνωρίζουμε ποιοι νέοι κινδυνεύουν περισσότερο, από ποιες διαδικτυακές εμπειρίες και ποιες παρεμβάσεις τους προστατεύουν πραγματικά.
Ο Torous και οι συνεργάτες του έχουν ήδη ξεκινήσει νέα, μεγαλύτερη μελέτη, με στόχο να καλύψουν ορισμένα από τα κενά της προηγούμενης έρευνας.
Καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να πάρουν αποφάσεις για την ψηφιακή ζωή των παιδιών, το επιστημονικό ζητούμενο παραμένει ανοιχτό: όχι απλώς να περιοριστεί η πρόσβαση, αλλά να αποδειχθεί ποιες παρεμβάσεις βελτιώνουν ουσιαστικά την ψυχική υγεία των νέων.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]