Τα ίδια κιλά μπορεί να οδηγούν σε διαφορετική διάγνωση, όταν ο γιατρός εξετάζει και το πώς λειτουργεί το σώμα. Μια μεγάλη διεθνής μελέτη για την παχυσαρκία δείχνει ότι η αξιολόγηση της υγείας πέρα από τον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) αλλάζει σημαντικά την εικόνα: λιγότερα παιδιά πληρούν τα κριτήρια της κλινικής παχυσαρκίας, ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες συμβαίνει το αντίθετο.
Η έρευνα, με επικεφαλής το αυστραλιανό Murdoch Children’s Research Institute (MCRI), αξιολόγησε τον ορισμό της κλινικής παχυσαρκίας που πρότεινε επιτροπή του Lancet. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το υπερβολικό σωματικό λίπος έχει ήδη επηρεάσει την υγεία ή περιορίζει ουσιαστικά τις καθημερινές δραστηριότητες.
Τα ποσοστά αλλάζουν όταν αλλάζουν τα κριτήρια
Οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από έντεκα μελέτες και βάσεις δεδομένων, με 786.557 συμμετέχοντες από επτά χώρες: Αυστραλία, Καναδά, Εσθονία, Φινλανδία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ.
Στα παιδιά και στους εφήβους, η κλινική παχυσαρκία καταγράφηκε σε ποσοστά 2,1% έως 4,9%. Με τα κριτήρια που βασίζονται στον ΔΜΣ, τα αντίστοιχα ποσοστά παχυσαρκίας ήταν 7% έως 10,8%.
Η εικόνα αντιστρεφόταν όσο αυξανόταν η ηλικία. Από την ηλικιακή ομάδα των 55–64 ετών και μετά, η κλινική παχυσαρκία ήταν συχνότερη από την παχυσαρκία που προσδιορίζεται μέσω ΔΜΣ. Το υψηλότερο ποσοστό, 52%, καταγράφηκε στους συμμετέχοντες ηλικίας 65–74 ετών.
Διαφορές υπήρχαν και ανάμεσα στα φύλα: οι άνδρες παρουσίαζαν υψηλότερα ποσοστά στην πρώιμη και μέση ενήλικη ζωή, ενώ οι γυναίκες στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Από το βάρος και το ύψος στην καθημερινότητα του ανθρώπου
Ο ΔΜΣ υπολογίζεται από το βάρος και το ύψος. Είναι χρήσιμος για την παρακολούθηση πληθυσμών, αλλά δεν δείχνει από μόνος του πού βρίσκεται το λίπος ή πώς επηρεάζει τον οργανισμό.
Η επιτροπή του Lancet Diabetes & Endocrinology, που παρουσίασε την πρότασή της το 2025, εισηγήθηκε να συνεκτιμώνται επιπλέον μετρήσεις, όπως η περίμετρος της μέσης ή η άμεση μέτρηση του σωματικού λίπους.
Για τη διάγνωση της κλινικής παχυσαρκίας χρειάζονται ενδείξεις ότι το υπερβολικό λίπος προκαλεί δυσλειτουργία οργάνων ή ιστών, ή σημαντικούς περιορισμούς σε δραστηριότητες της καθημερινότητας, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία. Αυτοί μπορεί να αφορούν, για παράδειγμα, την κίνηση ή την αυτοεξυπηρέτηση.
Έτσι, η συζήτηση στο ιατρείο αποκτά μεγαλύτερο εύρος: μαζί με τις μετρήσεις, εξετάζονται τα συμπτώματα, η λειτουργικότητα και οι πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου.
Λιγότερες διαγνώσεις στα παιδιά δεν σημαίνουν ότι εξαφανίστηκε ο κίνδυνος
Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική διευκρίνιση για τους γονείς: τα χαμηλότερα ποσοστά αφορούν την κλινική παχυσαρκία με τα νέα κριτήρια. Δεν σημαίνουν ότι τα παιδιά έχασαν βάρος ή ότι το υπερβολικό λίπος παύει να έχει σημασία για τη μελλοντική τους υγεία.
Η επιτροπή διακρίνει την κλινική από την προκλινική παχυσαρκία. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει περίσσεια σωματικού λίπους, αλλά διατηρείται η λειτουργία των οργάνων, χωρίς τις εκδηλώσεις που απαιτούνται για την κλινική διάγνωση.
Αυτό δεν συνεπάγεται μηδενικό κίνδυνο. Η πρόταση προβλέπει παρακολούθηση, τεκμηριωμένες συμβουλές υγείας και κατάλληλη φροντίδα για τη μείωση της πιθανότητας μελλοντικών επιπλοκών.
Τι μπορεί να αλλάξει στη φροντίδα
Η δρ Ντανιέλ Λόνγκμορ, από το MCRI, επισημαίνει ότι η πληρέστερη αξιολόγηση μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις για το πότε χρειάζεται παρέμβαση, τις διατροφικές συστάσεις και τη χρήση φαρμάκων για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Πρόκειται, πάντως, για αξιολόγηση ενός προτεινόμενου διαγνωστικού πλαισίου. Τα αποτελέσματα από επτά χώρες υψηλού εισοδήματος δεν αποτελούν αυτομάτως παγκόσμια ποσοστά ούτε συνεπάγονται ότι αλλάζουν άμεσα όλα τα θεραπευτικά πρωτόκολλα.
Η ουσία της νέας προσέγγισης βρίσκεται στην πιο στοχευμένη φροντίδα: έγκαιρη αντιμετώπιση όταν η υγεία έχει ήδη επηρεαστεί και πρόληψη όταν ο κίνδυνος βρίσκεται ακόμη μπροστά. Με τη ζυγαριά να παραμένει ένα χρήσιμο εργαλείο, μέσα σε μια πολύ πληρέστερη εξέταση.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]