Ποιος πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο μέσα σε ένα φαρμακείο; Ο φαρμακοποιός που έχει την επιστημονική ευθύνη απέναντι στον ασθενή ή εκείνος που έχει την οικονομική δύναμη και την πλειοψηφία της επιχείρησης;
Το ερώτημα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης που δεν αφορά μόνο τον φαρμακευτικό κλάδο. Αγγίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα του φαρμακείου: είναι πρωτίστως χώρος παροχής υπηρεσιών υγείας ή μια επιχείρηση στην οποία ο επιστήμονας μπορεί να περιορίζεται σε μειοψηφικό ρόλο;
Ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αττικής (ΦΣΑ) επαναφέρει με έντονο τρόπο το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ιδιωτικών φαρμακείων και επιμένει σε μια ξεκάθαρη θέση: ο αδειούχος φαρμακοποιός πρέπει να συμμετέχει υποχρεωτικά με ποσοστό τουλάχιστον 51%.
Για τον Σύλλογο, το ζήτημα δεν είναι απλώς συντεχνιακό ή επιχειρηματικό. Το συνδέει ευθέως με την ποιότητα της φαρμακευτικής φροντίδας και την προστασία της δημόσιας υγείας.
Η αλλαγή του νόμου και η παρέμβαση που ο ΦΣΑ θεωρεί ανεπαρκή
Στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 33 του νόμου 5302/2026, με το οποίο έγινε νέα νομοθετική παρέμβαση στο καθεστώς λειτουργίας των φαρμακείων.
Ο ΦΣΑ αναγνωρίζει ότι η ρύθμιση κινήθηκε προς την κατεύθυνση ενός πάγιου αιτήματος του κλάδου. Θεωρεί, ωστόσο, ότι το αποφασιστικό βήμα δεν έγινε.
Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τη θέση του, δεν κατοχυρώθηκε ότι ο επιστημονικά υπεύθυνος φαρμακοποιός θα διαθέτει το πλειοψηφικό μερίδιο του φαρμακείου. Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Άλλο να απαιτείται η παρουσία και συμμετοχή ενός αδειούχου φαρμακοποιού σε ένα εταιρικό σχήμα και άλλο ο άνθρωπος που φέρει την επιστημονική ευθύνη να έχει ταυτόχρονα και τον πραγματικό εταιρικό έλεγχο μέσω ποσοστού τουλάχιστον 51%.
Αυτό ακριβώς ζητά ο ΦΣΑ.
«Ο επιστήμονας δεν μπορεί να είναι κομπάρσος στο ίδιο του το φαρμακείο»
Πίσω από τη διεκδίκηση του 51% υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη λογική: η επιστημονική ευθύνη πρέπει, κατά τον ΦΣΑ, να συνοδεύεται και από ουσιαστική δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Το φαρμακείο δεν είναι ένα οποιοδήποτε κατάστημα λιανικής. Είναι το σημείο όπου ο πολίτης εκτελεί τη συνταγή του, ζητά συμβουλές για τη φαρμακευτική αγωγή του και απευθύνεται συχνά πρώτα όταν αντιμετωπίζει ένα καθημερινό ζήτημα υγείας.
Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι, εάν ο επιστημονικά υπεύθυνος φαρμακοποιός διαθέτει μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό της επιχείρησης, δημιουργείται ένα κρίσιμο ερώτημα:
ποιος έχει στην πράξη τον έλεγχο όταν η επιστημονική κρίση και το εμπορικό συμφέρον δεν κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση;
Γι’ αυτό και ο ΦΣΑ συνδέει την πλειοψηφική συμμετοχή του φαρμακοποιού με τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του επιστημονικού του ρόλου.
Η εγκύκλιος που άναψε νέα φωτιά
Η αντιπαράθεση δεν σταματά στον νόμο. Το Υπουργείο Υγείας εξέδωσε πρόσφατα διευκρινιστική εγκύκλιο για την εφαρμογή της νέας διάταξης και ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αττικής στρέφει τώρα τα πυρά του και στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
Κατά τον ΦΣΑ, οι εξαιρέσεις αυτές αποδυναμώνουν στην πράξη το πνεύμα της νομοθετικής αλλαγής, επιτρέποντας να παραμένουν περιπτώσεις στις οποίες ο επιστήμονας-φαρμακοποιός κατέχει ιδιαίτερα μικρό ποσοστό ιδιοκτησίας.
Και ανεβάζει ακόμη περισσότερο τους τόνους θέτοντας δημόσια το ερώτημα: «Ποια οικονομικά συμφέροντα εξυπηρετούνται;»
Πρόκειται για σαφή αιχμή του Συλλόγου προς την κατεύθυνση που έχει πάρει η εφαρμογή της ρύθμισης και όχι για τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα επηρέασαν τη νομοθέτηση.
Ο φόβος για «φαρμακεία δύο ταχυτήτων»
Ο ΦΣΑ προειδοποιεί ότι το σημερινό πλαίσιο μπορεί να οδηγήσει σε μια αγορά στην οποία θα συνυπάρχουν διαφορετικά μοντέλα φαρμακείων με πολύ διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες.
Από τη μία, τα φαρμακεία στα οποία ο ίδιος ο φαρμακοποιός έχει την ιδιοκτησία και την επιστημονική ευθύνη. Από την άλλη, επιχειρηματικά σχήματα στα οποία ο επιστήμονας μπορεί να έχει μικρή εταιρική συμμετοχή, ενώ ο πραγματικός οικονομικός έλεγχος βρίσκεται αλλού.
Ο Σύλλογος μιλά για κίνδυνο αθέμιτου ανταγωνισμού και δημιουργίας «φαρμακείων δύο ταχυτήτων», υποστηρίζοντας ότι ισχυρά οικονομικά συμφέροντα μπορούν να αποκτήσουν σημαντικά μεγαλύτερη επιρροή στην αγορά.
Και εδώ βρίσκεται τελικά η καρδιά της σύγκρουσης.
- Δεν συζητάμε απλώς για το αν ο φαρμακοποιός θα έχει 20%, 30% ή 51% μιας εταιρείας.
- Συζητάμε για το ποιος θα ελέγχει το φαρμακείο του αύριο.
Φαρμακείο: επιχείρηση ή κρίκος της πρωτοβάθμιας φροντίδας;
Προφανώς ένα ιδιωτικό φαρμακείο είναι και οικονομική δραστηριότητα. Πρέπει να είναι βιώσιμο, να πληρώνει εργαζόμενους και υποχρεώσεις και να λειτουργεί μέσα σε μια πραγματική αγορά. Ταυτόχρονα, όμως, το αντικείμενό του είναι το φάρμακο και η υγεία.
Και αυτή ακριβώς η διπλή του φύση βρίσκεται πίσω από μια συζήτηση που επανέρχεται εδώ και χρόνια: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επιχειρηματική λογική χωρίς να περιοριστεί η επιστημονική ανεξαρτησία του φαρμακοποιού;
Η θέση του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής είναι ξεκάθαρη. Δεν αρκεί, λέει ουσιαστικά, να βρίσκεται ένας φαρμακοποιός πίσω από τον πάγκο ή να εμφανίζεται τυπικά στο εταιρικό σχήμα. Θέλει ο αδειούχος φαρμακοποιός να διαθέτει τουλάχιστον το 51%, ώστε η επιστημονική ευθύνη να συνοδεύεται από πραγματικό έλεγχο. Και με τη νέα εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας να έχει μόλις μπει στο τραπέζι, η αντιπαράθεση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των φαρμακείων κάθε άλλο παρά έχει κλείσει.
Γιατί πίσω από τα ποσοστά υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: όταν ο πολίτης περνά την πόρτα ενός φαρμακείου, ποιος πρέπει τελικά να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, το κεφάλαιο ή ο επιστήμονας υγείας;
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]