Από τις συνεχείς απορρίψεις και τα χρόνια μακριά από τα φώτα του Χόλιγουντ μέχρι την επιστροφή του, ο Κε Χούι Κουάν περι- τη διαδρομή που τον έκανε να πάψει να φοβάται την αποτυχία.
Όπως αφηγείται στη νέα αυτοβιογραφία του «Never Say Die», ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός ξεκίνησε τη ζωή του ως πρόσφυγας, μεταναστεύοντας από το Νότιο Βιετνάμ σε προσφυγικό καταυλισμό στο Χονγκ Κονγκ και στη συνέχεια στο Λος Άντζελες. Μετά τις εμφανίσεις του στις ταινίες «Indiana Jones and the Temple of Doom» το 1984 και «The Goonies» το 1985, οι προτάσεις για ρόλους άρχισαν να λιγοστεύουν και ο Κουάν στράφηκε σε δουλειές πίσω από την κάμερα. Η μεγάλη επιστροφή ήρθε το 2022 με το «Everything Everywhere All at Once», που τον έφερε ξανά στην κορυφή.
«Ένα πράγμα που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι πλέον δεν φοβάμαι το αποτέλεσμα. Δεν φοβάμαι πια την αποτυχία. Όταν ήμουν νεότερος, δεν ήθελα ο κόσμος να με βλέπει ως αποτυχημένο και έφτανα στα άκρα για να προσπαθήσω να κρύψω αυτή την πλευρά του εαυτού μου. Δεν τη φοβάμαι πλέον, γιατί έχω αποτύχει στο παρελθόν και κατάφερα να ξανασηκωθώ και να προσπαθήσω ξανά», δήλωσε στο περιοδικό PEOPLE ο 56χρονος ηθοποιός .
Στο «Never Say Die», ο Κουάν καλύπτει τα κενά μιας περιόδου για την οποία οι θαυμαστές του ίσως αναρωτιούνταν επί δεκαετίες: τι συνέβη από την πρώτη μεγάλη επιτυχία του στο Χόλιγουντ σε ηλικία 12 ετών μέχρι τη βραβευμένη επιστροφή του περίπου στα 51; «Κοιτάζοντας πίσω. αυτή η απότομη μετάβαση ανάμεσα σε τόσο ακραίες καταστάσεις — από κάτι πραγματικά τραυματικό σε τεράστια επιτυχία και στη συνέχεια στο να σου αφαιρούνται όλα — μου ενστάλαξε πολύ έντονα την αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι μόνιμο. Όλα περνούν τόσο γρήγορα», ανέφερε.
Μετά τα «Temple of Doom» και «The Goonies», ο Κουάν εμφανίστηκε στις τηλεοπτικές σειρές «Together We Stand» και «Head of the Class», καθώς και σε ορισμένες ταινίες. Χρησιμοποιούσε τότε το όνομα Τζόναθαν, σε μια προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί από τη φήμη που είχε αποκτήσει ως παιδί-σταρ και να «αμερικανοποιήσει» το κινεζικό του όνομα. Όμως, όπως σημείωσε, «τα φώτα της δημοσιότητας είχαν σβήσει».
«Το πρόσωπό μου ήταν στη μεγάλη οθόνη, ήμουν στην τηλεόραση, σε περιοδικά και εφημερίδες», είπε για τους πρώτους μεγάλους ρόλους του, που τον έφεραν κοντά σε ανθρώπους όπως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Τζορτζ Λούκας και ο Χάρισον Φορντ, αλλά και σε εμβληματικές προσωπικότητες της δεκαετίας του 1980, όπως η πριγκίπισσα Νταϊάνα και ο Μάικλ Τζάκσον.
«Όταν όλα αυτά χάθηκαν, εκείνα τα ήσυχα χρόνια που έζησα στα 20 μου ήταν που με έκαναν, κοιτάζοντας πίσω, να πω “ουάου”. Τότε συνειδητοποίησα πόσο τυχερός ήμουν, πόσο ευλογημένος ήμουν που συμμετείχα σε αυτές τις δύο απίστευτες περιπέτειες»
, πρόσθεσε αναφερόμενος στα «Temple of Doom» και «The Goonies».
Στο «Never Say Die», ο Κουάν περι- μια απογοητευτική αλυσίδα απορρίψεων και οικονομικών δυσκολιών, προτού αρχίσει να εργάζεται ως χορογράφος σκηνών δράσης και βοηθός σκηνοθέτη. Ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία «2046» του Γουόνγκ Καρ-Γουάι, το 2004, γνώρισε τη σύζυγό του, Έκο, με την οποία είναι παντρεμένος περισσότερα από 20 χρόνια. «Ήταν η καμπή που αναζητούσα. Πίστευε ότι η καλή αύρα που εξέπεμπα, η καλοσύνη που έδινα στους άλλους, κάποια μέρα θα επέστρεφε σε μένα. Και πάντα είχε δίκιο για όλα», εξομολογήθηκε.
Αστειευόμενος, τόνισε ότι ίσως σε αυτό να οφείλεται και η επιτυχία του. «Νομίζω ότι έπαιξε ρόλο και ο φόβος μου μήπως την απογοητεύσω. Δεν ήθελα να είμαι το μόνο πράγμα για το οποίο είχε κάνει λάθος!».
Όταν είδε ανθρώπους που του έμοιαζαν στην οθόνη, στην ταινία «Crazy Rich Asians» του 2018, ο Κουάν αποφάσισε να επιστρέψει στην υποκριτική και να χρησιμοποιήσει ξανά το επαγγελματικό του όνομα, Κε Χούι Κουάν. Βρήκε ατζέντη και εξασφάλισε έναν ρόλο σε μια ανεξάρτητη ταινία των Ντάνιελ Κουάν και Ντάνιελ Σάινερτ, η οποία τελικά έγινε το «Everything Everywhere All at Once». Ο ίδιος, μαζί με τις συμπρωταγωνίστριές του Μισέλ Γιο και Τζέιμι Λι Κέρτις, καθώς και τους σεναριογράφους, σκηνοθέτες και παραγωγούς της ταινίας, γνώρισαν μεγάλες διακρίσεις στην τελετή των Όσκαρ του 2023.
«Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, δεν νομίζω ότι θα άλλαζα τίποτα», είπε για «τα πρώτα τραυματικά χρόνια, μετά στα χρόνια της επιτυχίας και στη συνέχεια σε όλα εκείνα τα ήσυχα χρόνια. Όλα αυτά διαμόρφωσαν πραγματικά αυτό που είμαι σήμερα και μου έδωσαν αυτή την απίστευτη αίσθηση ευγνωμοσύνης που έχω».
«Ο ρόλος του Γουέιμοντ Γουάνγκ στο ”Everything Everywhere All at Once” ήταν γραμμένος για μένα γιατί είχα περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου προετοιμαζόμενος για αυτόν τον έναν ρόλο και ήρθε ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, όταν τον χρειαζόμουν περισσότερο. Πάντα πιστεύω ότι “το timing είναι το παν”», κατέληξε.
Φωτογραφίες: Shutterstock