Η ζωή στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα είχε μια απλότητα και μια ζεστασιά που η πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδας λάτρευε με όλη της την ψυχή. Ως πέμπτο παιδί του βασιλιά Γεωργίου Α‘ και της βασίλισσας Όλγας, μεγάλωσε με μια πρωτοφανή ελευθερία για τα δεδομένα της εποχής. Τα καλοκαίρια στο κτήμα του Τατοΐου, οι βόλτες στην αυλή του Παλατιού και οι επαφές με τους απλούς Αθηναίους διαμόρφωσαν έναν χαρακτήρα αυθεντικό και ανεπιτήδευτο.
Η μικρή «Μίνι», όπως φώναζαν χαϊδευτικά στην οικογένεια την πριγκίπισσα Μαρία, είχε μια ιδιαίτερη, σχεδόν λατρευτική σχέση με τον πατέρα της. Αγαπούσε την Ελλάδα με πάθος, αρνιόταν να μιλήσει άλλη γλώσσα όταν βρισκόταν εκτός πρωτοκόλλου και δήλωνε από νωρίς την απόφαση της να μην εγκαταλείψει ποτέ την πατρίδα της.
Βλέποντας τις αδελφές της να ακολουθούν την πεπατημένη των δυναστικών γάμων και να μετακομίζουν σε ξένες αυλές, η πριγκίπισσα Μαρία έλεγε ξεκάθαρα στους δικούς της ότι έβλεπε τους ξένους πρίγκιπες αποκλειστικά σαν ξένους και σε καμία περίπτωση σαν πιθανούς συζύγους.

Όλα όμως ανατράπηκαν όταν στην ζωή της εισέβαλε ο Μεγάλος Δούκας Γεώργιος Μιχαήλοβιτς. Ήταν μέλος της πανίσχυρης αυτοκρατορικής οικογένειας της Ρωσίας, ανιψιός του Τσάρου Αλέξανδρου Β’ και ξάδερφος της μητέρας της. Ο Γεώργιος την ερωτεύτηκε παράφορα από την πρώτη στιγμή που την είδε. Η Μαρία, όμως, δεν έστεργε να νιώσει το ίδιο.
Ο επιβεβλημένος γάμος, η άρνηση για τη Ρωσία και το «Έκλαιγα σαν να πήγαινα στη σφαγή»
Όταν ο Ρώσος ευγενής της έκανε για πρώτη φορά πρόταση γάμου το 1896, η απάντηση της Μαρίας ήταν άμεση, κοφτή και κατηγορηματική. Η ιδέα να αφήσει την Αθήνα και τον ελληνικό ήλιο για να ζήσει στο αυστηρό και παγωμένο κλίμα της Αγίας Πετρούπολης, υποταγμένη στους ασφυκτικούς κανόνες που επέβαλλαν οι Ρομανόφ, τη γέμιζε πανικό.
Για πέντε ολόκληρα χρόνια, ο Μεγάλος Δούκας της έστελνε επιστολές, την πολιορκούσε σε κάθε της ταξίδι και ζητούσε τη μεσολάβηση της οικογένειάς της. Η πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδας παρέμενε ανελέητη. Ωστόσο, η μητέρα της, η βασίλισσα Όλγα, η οποία καταγόταν από τη Ρωσία, άρχισε να ασκεί αφόρητες πιέσεις. Έβλεπε στον γάμο αυτόν μια σπουδαία ευκαιρία για τη σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των δύο κρατών.
Η διπλωματία της εποχής αποδείχθηκε τελικά ισχυρότερη από τις επιθυμίες της νεαρής πριγκίπισσας. Το 1900, λυγίζοντας κάτω από το βάρος των οικογενειακών απαιτήσεων, η πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδας είπε το ναι. Στο ημερολόγιό της έγραψε αργότερα: «Έκλαιγα σαν να πήγαινα στη σφαγή», ενώ σε όλη τη διάρκεια των προετοιμασιών του γάμου έκλαιγε απαρηγόρητα.
Ο γάμος τελέστηκε στην Κέρκυρα, όμως η Μαρία δεν προσποιήθηκε ποτέ ότι ήταν ερωτευμένη. Στη Ρωσία έζησε μέσα στη μυθική χλιδή, αποκτώντας δύο κόρες, την Νίνα και την Ξένια. Ο σύζυγός της, θέλοντας να κάνει τα πάντα για να τη δει χαμογελαστή, της έχτισε ακόμα και μια εντυπωσιακή έπαυλη στην Κριμαία σε αρχαιοελληνικό στυλ. Παρόλα αυτά, η Μαρία παρέμενε συναισθηματικά απόμακρη. Αρνούνταν να μιλήσει ρωσικά στα παιδιά της, προτιμώντας μόνο τα ελληνικά και τα αγγλικά, ενώ αναζητούσε κάθε αφορμή για να ταξιδέψει στην Ελλάδα.
Η έκρηξη του Πολέμου και το απόσπασμα των Μπολσεβίκων
Το καλοκαίρι του 1914, η μοίρα αποφάσισε να παρέμβει με τρόπο δραματικό. Η πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδας βρισκόταν στην Αγγλία με τις δύο κόρες της για διακοπές, όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ο σύζυγός της παρέμεινε στην Αγία Πετρούπολη για να υπηρετήσει στον στρατό. Η Μαρία αρνήθηκε να επιστρέψει στη Ρωσία. Αντίθετα, έμεινε στη Βρετανία και μετατράπηκε σε νοσοκόμα, ιδρύοντας και χρηματοδοτώντας με δικά της έξοδα στρατιωτικά νοσοκομεία για τους τραυματίες.
Όταν το 1917 ξέσπασε η Ρωσική Επανάσταση, ο κόσμος των Τσάρων διαλύθηκε βίαια. Η αυτοκρατορική οικογένεια συνελήφθη και οι Ρομανόφ μετατράπηκαν σε στόχους των Μπολσεβίκων. Ο Μεγάλος Δούκας Γεώργιος φυλακίστηκε.
Από το Λονδίνο, η Μαρία έδωσε μια απεγνωσμένη μάχη. Κίνησε θεούς και δαίμονες για να σώσει τον άνθρωπο που, παρά την έλλειψη ερωτικού πάθους, παρέμενε ο πατέρας των παιδιών της. Έστειλε επιστολές σε Ευρωπαίους ηγέτες, προσπάθησε να εξαγοράσει την αποφυλάκισή του προσφέροντας τεράστια ποσά μέσω της δανικής πρεσβείας και οργάνωσε σχέδια απόδρασης.
Όμως οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν καμία διάθεση για διαπραγματεύσεις. Τον Ιανουάριο του 1919, ο Μεγάλος Δούκας Γεώργιος οδηγήθηκε στο φρούριο Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Αγία Πετρούπολη. Μαζί με άλλους τρεις Μεγάλους Δούκες, εκτελέστηκε από το απόσπασμα και ερρίφθη σε έναν κοινό τάφο.
«Δεν θέλω τους τίτλους σας» – Πώς παράτησε τα στέμματα για έναν Έλληνα ναύαρχο
Η τύχη της Μαρίας θα ήταν ακριβώς η ίδια αν βρισκόταν στη Ρωσία. Το πείσμα της να μένει μακριά από τη χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν αυτό που της έσωσε τη ζωή από τη γενική σφαγή της δυναστείας.
Έχοντας χάσει τα πάντα στη Ρωσία και ούσα πλέον χήρα, η πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδας πήρε την οριστική απόφαση να επιστρέψει εκεί όπου ένιωθε ότι ανήκει. Το 1922 επιβιβάστηκε σε ένα ελληνικό πολεμικό πλοίο με προορισμό την πατρίδα.
Εκείνη η διαδρομή έμελλε να αλλάξει τη ζωή της για πάντα. Κυβερνήτης του πλοίου ήταν ο Έλληνας αξιωματικός του Ναυτικού, Περικλής Ιωαννίδης. Ανάμεσα στην ξεπεσμένη πριγκίπισσα και τον γοητευτικό στρατιωτικό γεννήθηκε ένας βαθύς, αληθινός έρωτας.

Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Μαρία δεν χρειάστηκε να ρωτήσει κανένα βασιλικό συμβούλιο και να υπηρετήσει καμία σκοπιμότητα. Το 1922, σε μια λιτή τελετή στο Διοικητήριο της Χίου, παντρεύτηκε τον άντρα που διάλεξε η ίδια, βροντοφωνάζοντας ουσιαστικά: «Δεν θέλω τους τίτλους σας».
Απαρνήθηκε τους βαρύγδουπους τίτλους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, άφησε πίσω της τα περασμένα μεγαλεία και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ως μια απλή Ελληνίδα δίπλα στον σύζυγό της. Η γυναίκα που αρνήθηκε να γίνει τους τίτλους της Ρωσίας πέτυχε τελικά τον μοναδικό της στόχο: να ζήσει ελεύθερη στην Ελλάδα.

[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]