Η έρευνα και ιδίως η βασική έρευνα, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε σύγχρονης κοινωνίας γνώσης. Σύμφωνα με τον κ. Ευθύμιο Σκουλάκη, Διευθυντή Ερευνών Ινστιτούτου Βασικών Βιοιατρικών Ερευνών, ΕΚΕΒΕ “Αλέξανδρος Φλέμιγκ”, η βασική έρευνα δεν παράγει άμεσα εμπορεύσιμα προϊόντα, αλλά δημιουργεί τη γνωστική υποδομή πάνω στην οποία οικοδομείται κάθε μορφή εφαρμοσμένης καινοτομίας και τεχνολογικής προόδου. Η απόσυρση του κράτους από την ουσιαστική χρηματοδότηση και στρατηγική υποστήριξη της έρευνας έχει βαθιές και πολλαπλασιαστικές συνέπειες, οι οποίες δεν περιορίζονται στα άμεσα οικονομικά μεγέθη, αλλά απειλούν τον ίδιο τον ιστό της επιστημονικής κοινότητας μιας χώρας.
Φυγή ερευνητών και αποδιοργάνωση του ανθρώπινου δυναμικού
Η πλέον άμεση και ορατή συνέπεια της ανεπαρκούς κρατικής στήριξης είναι η εκροή ερευνητικού δυναμικού, το λεγόμενο «brain drain». Οι νέοι επιστήμονες που ολοκλήρωσαν διδακτορικές σπουδές υψηλού επιπέδου, συχνά με υποτροφίες και αναγνωρισμένες επιδόσεις, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα τοπίο που δεν τους προσφέρει βιώσιμες προοπτικές καριέρας στην έρευνα εντός της χώρας.
Η απουσία μόνιμων ή σταθερών θέσεων, η αβεβαιότητα της συμβασιακής εργασίας μέσω διαδοχικών βραχυπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων και η έλλειψη ελκυστικών μισθολογικών συνθηκών οδηγούν τους πλέον ταλαντούχους σε ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια του εξωτερικού. Το παράδοξο είναι τραγικό: το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα επενδύει σημαντικούς πόρους στην κατάρτιση επιστημόνων, οι οποίοι στη συνέχεια δωρίζουν την παραγωγικότητά τους σε άλλες οικονομίες.
Παράλληλα, και οι ήδη εγκατεστημένοι ερευνητές που επιλέγουν να παραμείνουν αντιμετωπίζουν σωρευτικές πιέσεις: μειωμένη πρόσβαση σε υποδομές, περιορισμένα κονδύλια για εξοπλισμό και αναλώσιμα, αδυναμία προσέλκυσης και διατήρησης ομάδας, καθώς και αίσθηση επαγγελματικής υποτίμησης. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η αποθάρρυνση, αλλά η σταδιακή επαγγελματική εξουθένωση (burnout) και η στροφή σε διοικητικά ή διδακτικά καθήκοντα σε βάρος της ερευνητικής δραστηριότητας.
Μείωση ερευνητικής παραγωγής και επιστημονικής επιρροής
Η ερευνητική παραγωγή μιας χώρας (μετρούμενη σε δημοσιεύσεις, αναφορές, ευρεσιτεχνίες και συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα) δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των ερευνητών, αλλά και από την ποιοτική συνέχεια της ερευνητικής τους δραστηριότητας. Η διαλειπτική ή αποσπασματική χρηματοδότηση διαταράσσει αυτή τη συνέχεια με τρόπους που δεν αποκαθίστανται εύκολα.
Πολύχρονα ερευνητικά προγράμματα, που απαιτούν συσσώρευση δεδομένων και σταδιακή ανάπτυξη τεχνογνωσίας, είναι τα πρώτα που θυσιάζονται όταν τα κονδύλια λείπουν. Αντίθετα, ευνοούνται βραχυπρόθεσμες εργασίες με εύκολα μετρήσιμα αποτελέσματα, γεγονός που οδηγεί σε ρηχή παραγωγή: περισσότερες δημοσιεύσεις χαμηλότερης επιστημονικής αξίας και λιγότερες πρωτοποριακές εργασίες υψηλού αντικτύπου.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα αξιολογεί τη συνεισφορά μιας χώρας και μέσα από τη σταθερότητα των ομάδων της, τη δυνατότητα δέσμευσης σε μακροπρόθεσμες συνεργασίες και την πρόσβαση σε σύγχρονες υποδομές. Η απουσία αυτών στοιχείων μειώνει τη διαπραγματευτική δύναμη της χώρας στη διαμόρφωση ερευνητικών κοινοπραξιών και στην εξασφάλιση ηγετικών ρόλων σε ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα.
Η απουσία νέων θέσεων ως εμπόδιο στη διαφοροποίηση
Ένα από τα πλέον υπο-αναλυόμενα προβλήματα είναι η αδυναμία εισαγωγής νέου ανθρώπινου δυναμικού σε τομείς στρατηγικής σημασίας. Οι ερευνητικές προτεραιότητες μεταβάλλονται διαρκώς: αναδύονται νέα πεδία, αναθεωρούνται ερευνητικά παραδείγματα, διαμορφώνονται νέες διεπιστημονικές κατευθύνσεις. Για να ανταποκριθεί ένα ερευνητικό ίδρυμα σε αυτές τις μεταβολές, χρειάζεται τη δυνατότητα ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού του με ταλέντα που έχουν εκπαιδευτεί στις νεότερες μεθοδολογίες και τεχνολογίες.
Όταν οι θέσεις παγώνουν ή εξαρτώνται αποκλειστικά από εξωτερικές χρηματοδοτήσεις, το ίδρυμα εγκλωβίζεται στη δομή και στα γνωστικά αντικείμενα του ήδη υπάρχοντος προσωπικού. Αυτό δημιουργεί μια γνωστική αδράνεια: η θεματολογία που μελετάται δεν αντικατοπτρίζει τις σύγχρονες ανάγκες και ευκαιρίες, αλλά τα ιστορικά ενδιαφέροντα ενός γηράσκοντος ερευνητικού σώματος.
Η έλλειψη διαφοροποίησης έχει επίσης εθνική στρατηγική διάσταση: χώρες που δεν επενδύουν συστηματικά στη διεύρυνση του ερευνητικού τους χαρτοφυλακίου αδυνατούν να συμμετάσχουν σε αναδυόμενους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, χάνοντας έτσι τη δυνατότητα να αναπτύξουν εθνικές ικανότητες σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία, η κβαντική πληροφορική ή οι νευροεπιστήμες.
Χαμένες ευκαιρίες σε ένα στρατηγικά κρίσιμο πεδίο
Ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, όπως το Horizon Europe και τα προγράμματα του European ResearchCouncil (ERC), διαθέτουν σημαντικούς πόρους για επιστημονική έρευνα.
Ωστόσο, για να διεκδικήσει μια χώρα επιτυχώς αυτές τις χρηματοδοτήσεις, απαιτείται μάζα κρίσης, δηλαδή αρκετοί υψηλού επιπέδου ερευνητές σε αλληλεπίδραση, διαθέσιμες υποδομές και εγκατεστημένη τεχνογνωσία. Η αδυναμία πρόσληψης νέων ερευνητών στον τομέα των νευροεπιστημών σημαίνει:
- Αδυναμία σχηματισμού ανταγωνιστικών ερευνητικών ομάδων που να πληρούν τα κριτήρια μεγάλων ευρωπαϊκών και διεθνών προγραμμάτων.
- Απώλεια χρηματοδοτικών ευκαιριών αξίας εκατομμυρίων ευρώ, που θα είχαν πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στην τοπική οικονομία και στην απασχόληση.
- Περαιτέρω αδυναμία στρατολόγησης: οι ταλαντούχοι νέοι επιστήμονες επιλέγουν να εγκατασταθούν σε χώρες όπου υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές κοινότητες, συντηρώντας έναν φαύλο κύκλο υποστελέχωσης.
- Απώλεια επιστημονικής ορατότητας και αποκλεισμό από τα κεντρικά ερευνητικά δίκτυα, με αποτέλεσμα η χώρα να παραμένει στην περιφέρεια επιστημονικών εξελίξεων παγκόσμιας σημασίας.
Ο φαύλος κύκλος της ερευνητικής υποχρηματοδότησης
Τα παραπάνω δεν λειτουργούν ανεξάρτητα: συνθέτουν έναν αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο. Η έλλειψη θέσεων αποτρέπει νέους επιστήμονες. Η απουσία νέων επιστημόνων μειώνει την ερευνητική παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα. Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα περιορίζει τις εξωτερικές χρηματοδοτήσεις. Η έλλειψη εξωτερικής χρηματοδότησης ενισχύει την επιχειρηματολογία περαιτέρω περικοπών στις εθνικές δαπάνες. Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται.
Το κόστος αυτής της δυναμικής δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και πολιτισμικό: μια κοινωνία που αδυνατεί να υποστηρίξει τη βασική της έρευνα, χάνει σταδιακά την ικανότητα κριτικής αξιολόγησης της γνώσης, εξαρτάται από ξένα ερευνητικά αποτελέσματα και αδυνατεί να διαμορφώσει τεκμηριωμένη εθνική πολιτική σε κρίσιμα ζητήματα
Συμπεράσματα και προτάσεις πολιτικής
Η αντιμετώπιση της ερευνητικής κρίσης απαιτεί δομικές παρεμβάσεις, όχι μεμονωμένες χρηματοδοτικές ώσεις:
- Πολυετής προγραμματισμός θέσεων ερευνητών με εγγυημένη σταθερότητα και ελκυστικές συνθήκες εργασίας.
- Στρατηγική χαρτογράφηση των τομέων στους οποίους η χώρα διαθέτει ή μπορεί να αναπτύξει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, με ειδική μέριμνα για πεδία υψηλής χρηματοδοτικής ελκυστικότητας όπως οι νευροεπιστήμες.
- Αύξηση της εθνικής χρηματοδότησης για βασική έρευνα ως ποσοστό ΑΕΠ, με μακροπρόθεσμη δέσμευση που να υπερβαίνει τους ετήσιους προϋπολογιστικούς κύκλους.
- Δημιουργία κινήτρων επιστροφής για Έλληνες ερευνητές του εξωτερικού, με ουσιαστικές εγγυήσεις και ενσωμάτωση σε ισχυρά θεσμικά πλαίσια.
- Ενίσχυση της διεπιστημονικότητας και της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και βιομηχανίας, ώστε η γνώση να μετατρέπεται σε κοινωνική αξία.
Χωρίς ουσιαστική και συστηματική κρατική στήριξη, η ελληνική ερευνητική κοινότητα κινδυνεύει να συρρικνωθεί σε έναν πυρήνα ανθεκτικών ατόμων που επιβιώνουν χάρη σε προσωπική αφοσίωση, αλλά χωρίς τη δυνατότητα να αναπτυχθούν, να ανανεωθούν και να αποτελέσουν πραγματικό ερευνητικό κεφάλαιο για τη χώρα.
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί γνώμη και άποψη του κ. Σκουλάκη και όχι επίσημη θέση του “Αλέξανδρος Φλέμιγκ”.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]