Ο Μιχάλης Μόσιος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας πίσω του μια μακρά διαδρομή στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Για το ευρύ κοινό, όμως, το όνομά του θα είναι πάντα συνδεδεμένο με τον «Ταμτάκο», τον λαϊκό, αυθόρμητο και σατιρικό χαρακτήρα που αγαπήθηκε ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.
Ο γιος του έκανε γνωστή την είδηση του θανάτου του μέσα από μια συγκινητική ανάρτηση στα social media, αποχαιρετώντας τον πατέρα του με λόγια αγάπης και ευγνωμοσύνης. Στο μήνυμά του αναφέρθηκε στο ήθος, την τιμιότητα και την αξιοπρέπεια που, όπως έγραψε, του μετέδωσε ο Μιχάλης Μόσιος, αλλά και στη χαρά που πρόσφερε στον κόσμο μέσα από τη δουλειά του.
Η πορεία του Μιχάλη Μόσιου, ωστόσο, δεν ξεκίνησε από την κωμωδία της βιντεοκασέτας. Γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη και έκανε τα πρώτα του βήματα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, συμμετέχοντας σε σημαντικά έργα του αρχαίου και παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως ο «Πλούτος», οι «Βάτραχοι», η «Αντιγόνη», ο «Μάκβεθ» και ο «Φάουστ».
Στη συνέχεια κατέβηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε τη θεατρική του πορεία και συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του χώρου, ανάμεσά τους η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Δημήτρης Χορν, ο Κώστας Βουτσάς και ο Στάθης Ψάλτης. Το 1972 έκανε και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με την ταινία «Αν ήμουν πλούσιος».
Πώς γεννήθηκε ο «Ταμτάκος»
Η ιστορία του «Ταμτάκου» ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, το 1975, μέσα από τη θεατρική παράσταση «Η Χαρτοπαίχτρα» με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο Μιχάλης Μόσιος υποδυόταν τον γιο της, ενώ στην ίδια παράσταση συμμετείχε και ο Θέμης Μάνεσης, ο οποίος είχε τον ρόλο ενός «παπατζή». Όταν ο Μάνεσης δεν μπόρεσε να εμφανιστεί, ο Μόσιος κλήθηκε να καλύψει και αυτόν τον ρόλο.
Για να μη γίνει αντιληπτό από το κοινό ότι ο ίδιος ηθοποιός έπαιζε δύο διαφορετικούς ρόλους, πήρε από το βεστιάριο μια παλιά τραγιάσκα, φόρεσε διαφορετικά ρούχα και περούκα και βγήκε στη σκηνή με μια εντελώς νέα εικόνα. Η εμφάνισή του προκάλεσε αμέσως γέλια στο κοινό, ενώ η Ρένα Βλαχοπούλου φέρεται να κατάλαβε γρήγορα τη δυναμική του χαρακτήρα, λέγοντάς του πως αυτός ο τύπος μπορούσε να σταθεί ακόμη και σε επιθεώρηση.
Από εκείνη τη σκηνική στιγμή άρχισε να διαμορφώνεται ο «Ταμτάκος». Ο Μιχάλης Μόσιος δεν έμεινε σε έναν πρόχειρο αυτοσχεδιασμό, αλλά εξέλιξε τον χαρακτήρα, δουλεύοντας την εμφάνιση, τον τρόπο ομιλίας, τις κινήσεις και το λαϊκό χιούμορ του.
Ο «Ταμτάκος» πέρασε στη συνέχεια από το θέατρο στον κινηματογράφο και στις βιντεοταινίες, την περίοδο που η ελληνική βιντεοκασέτα γνώριζε μεγάλη άνθηση. Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του χαρακτήρα έγινε το 1982 στην ταινία «Το παιδί του σωλήνα», ενώ ακολούθησε η «Γύφτικη κομπανία» το 1983.
Από το 1983 έως το 1990, ο Μιχάλης Μόσιος ενσάρκωσε τον «Ταμτάκο» σε σειρά βιντεοταινιών, μετατρέποντάς τον σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της εποχής. Ανάμεσα στους τίτλους που συνδέθηκαν με τον ρόλο ήταν οι ταινίες «Ο γυφτοροκάς», «Γύφτικη δυναστεία», «Ο γυφτοαριστοκράτης», «Ο Ταμτάκος στο ναυτικό», «Ταμτάκος ο Μαραντόνα της Αγίας Βαρβάρας», «Ταμτάκο προχώρα, ξεβρώμισε τη χώρα» και «Ο Ταμτάκος ζει».
Παρότι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή, ταυτόχρονα τον σημάδεψε επαγγελματικά. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί πως ο «Ταμτάκος» τού έδωσε δουλειά και αναγνωρισιμότητα, αλλά τον εγκλώβισε σε έναν συγκεκριμένο τύπο ρόλου, με αποτέλεσμα να μην του δίνονται εύκολα άλλες ευκαιρίες.
Έτσι, ο «Ταμτάκος» έγινε για τον Μιχάλη Μόσιο ευλογία και βάρος μαζί. Ήταν ο ρόλος που τον έκανε αγαπητό στο κοινό, αλλά και εκείνος που επισκίασε σε μεγάλο βαθμό την ευρύτερη θεατρική του πορεία. Παρά την ταύτιση αυτή, ο χαρακτήρας έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής λαϊκής κωμωδίας και της εποχής της βιντεοκασέτας.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]