Μια μεγάλη διεθνής μελέτη σε 34 χώρες, με ανάλυση 352 εκατομμυρίων θανάτων, κατα- πώς μεταβλήθηκε η θνησιμότητα την τελευταία δεκαετία και αναδεικνύει μια πιθανή ερμηνεία για τη μείωση των θανάτων στην Ελλάδα.
Μια μεγάλη διεθνής μελέτη, που ανέλυσε τη θνησιμότητα από το 2015 έως το 2024 σε 34 χώρες, επιχειρεί να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα. Η μείωση των θανάτων που παρατηρήθηκε το 2023 και το 2024, στη μετά Covid εποχή, σημαίνει πραγματική επιστροφή στις προ-πανδημικές τάσεις ή οφείλεται εν μέρει σε «μετακύληση της θνησιμότητας»;
Η μετακύλιση της θνησιμότητας (mortality displacement) είναι ένα φαινόμενο που μπορεί να εμφανιστεί μετά από μια μεγάλη υγειονομική κρίση και εξηγείται ως εξής: αν πολλοί ευάλωτοι άνθρωποι πεθάνουν νωρίτερα απ’ ό,τι θα συνέβαινε υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα επόμενα χρόνια καταγράφονται προσωρινά λιγότεροι θάνατοι από τους αναμενόμενους.
Για παράδειγμα, μια πανδημία οδηγεί σε αυξημένους θανάτους, κυρίως μεταξύ ηλικιωμένων ή ατόμων με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα. Ένα μέρος όμως αυτών των ανθρώπων, χάνει τη ζωή του νωρίτερα από ό,τι θα συνέβαινε σε φυσιολογικές συνθήκες, χωρίς την κρίση. Κάποιοι πιθανώς να κατέληγαν ένα ή δύο χρόνια αργότερα. Με άλλα λόγια, η μετακύληση της θνησιμότητας, σημαίνει ότι κάποιοι θάνατοι «μεταφέρονται» χρονικά νωρίτερα, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται λιγότεροι θάνατοι τα επόμενα χρόνια.
Για να υπολογιστεί η μετακύληση, ήταν αναγκαίο για τους ερευνητές να λάβουν υπόψιν τους και ένα ακόμη μέγεθος: την «υπερβάλλουσα θνησιμότητα».
Η μελέτη εξέτασε τι συνέβη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την COVID-19, συγκρίνοντας τους πραγματικούς θανάτους κάθε έτους, με εκείνους που θα αναμένονταν, αν δεν είχε υπήρχε η πανδημία. Ως βάση για τον υπολογισμό χρησιμοποιηθηκε η προ-πανδημική περίοδος, 2015-2019.
Από τη σύγκριση των τριών εποχών (ας το πούμε έτσι) προκύπτει η «υπερβάλλουσα θνησιμότητα». Αν οι θάνατοι είναι περισσότεροι από το αναμενόμενο, τότε μιλάμε για θετική υπερβάλλουσα θνησιμότητα. Αν είναι λιγότεροι, τότε καταγράφεται έλλειμμα θνησιμότητας.
Τέλος, για να έχουμε μετακύληση της θνησιμότητας, πρέπει να έχει προηγηθεί ένα «κύμα» υπερβολικών θανάτων και να ακολουθήσει μια στατιστικά σημαντική μείωση.
Αυτό ήταν και το κρίσιμο σημείο για τη μελέτη. Να υπολογίσει κατά πόσο η μείωση των θανάτων, η οποία καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, οφείλεται σε καλύτερο σύστημα υγείας και υγιέστερο πληθυσμό ή σε μετακύληση.
Θνησιμότητα μετά την πανδημία – Τι έδειξε η μελέτη
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, μετακύλιση θνησιμότητας – σε βαθμό που να θεωρείται στατιστικά αξιόπιστη – καταγράφηκε σε μόλις 3 από τις 34 χώρες που εξετάστηκαν: την Ελλάδα, τη Λετονία και την Πολωνία. Και οι τρεις χώρες, είχαν παρουσιάσει υψηλή υπερβάλλουσα θνησιμότητα κατά την πανδημική περίοδο, ενώ το φαινόμενο εντοπίστηκε κυρίως στις ηλικίες 85 ετών και άνω.
Στην Ελλάδα, ο δείκτης μετακύλισης εκτιμήθηκε στο 10%. Με άλλα λόγια, η μεταγενέστερη μείωση των θανάτων, καλύπτει μόνο ένα μικρό μέρος των απωλειών της πανδημίας. Δηλαδή παρά τη μετακύληση, οι απώλειες της πανδημίας παραμένουν για την Ελλάδα μεγαλύτερες από τη μεταγενέστερη μείωση θανάτων.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης, ότι η μετακύλιση δεν εξηγεί από μόνη της τις μεταβολές στη θνησιμότητα μετά το 2022. Οι τάσεις επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, οι προϋπάρχουσες νοσηρότητες, η πρόσβαση και η ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας, αλλά και οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν την πανδημία — από την ευρεία εφαρμογή των εμβολιασμών έως τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές της περιόδου ανάκαμψης.
Παράλληλα, η μελέτη υπογραμμίζει ότι σε χώρες με υψηλή πανδημική θνησιμότητα, η μετακύλιση παρατηρήθηκε κυρίως στις πολύ μεγάλες ηλικίες. Το στοιχείο αυτό επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα. κατά πόσο οι ομάδες υψηλού κινδύνου προστατεύθηκαν επαρκώς στα πρώτα χρόνια της πανδημίας ή αν οι στρατηγικές που εφαρμόστηκαν δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την πρόωρη απώλεια ζωών.
Η διεθνής εικόνα μετά την πανδημία
Η ανάλυση έδειξε, επίσης, ότι μέχρι το 2024 οι ΗΠΑ επανήλθαν σε πρότυπα θνησιμότητας παρόμοια με εκείνα πριν από την πανδημία. Δηλαδή, οι συνολικοί θάνατοι κινούνταν πλέον κοντά στα επίπεδα που θα αναμένονταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η COVID-19.
Αντίθετα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Νορβηγίας, της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας, της Ιταλίας και της Λιθουανίας, δεν είχαν ακόμη επανέλθει στις προπανδημικές τους τροχιές. Σε πολλές περιπτώσεις, η σωρευτική υπερβάλλουσα θνησιμότητα της περιόδου 2020-2024 παρέμενε θετική, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Επίσης, μεταξύ 8 χωρών με προπανδημικές θετικές τάσεις θνησιμότητας (Πορτογαλία, Σλοβενία, Τσεχία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Κροατία, Λετονία και Πολωνία) , 5 χώρες (Πορτογαλία, Σλοβενία, Τσεχία, Βουλγαρία και Κροατία) συνέχισαν να παρουσιάζουν σημαντική υπερβολική θνησιμότητα.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Νέα Ζηλανδία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η χώρα αυτή διατήρησε επίπεδα θνησιμότητας χαμηλότερα από τα αναμενόμενα, ακόμη και στα πρώτα χρόνια της πανδημίας. Δηλαδή, δεν κατέγραψε σημαντική υπερβάλλουσα θνησιμότητα την περίοδο 2020-2022. Ως αποτέλεσμα, δεν παρατηρήθηκε εκεί στατιστικά σημαντική μετακύληση της θνησιμότητας τα επόμενα χρόνια.
Πλεονεκτήματα και περιορισμοί της μελέτης – Το μήνυμα για την Ελλάδα
Η μελέτη έχει σημαντικά πλεονεκτήματα, καθώς βασίζεται σε υψηλής ποιότητας εθνικά δεδομένα, καλύπτει 34 χώρες και εξετάζει αναλυτικά ηλικία και φύλο. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποδώσει αιτιότητα σε ατομικό επίπεδο.
Παράλληλα, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές στην ποιότητα ή πληρότητα της καταγραφής μεταξύ χωρών, ενώ δημογραφικές μεταβολές, μετακινήσεις πληθυσμού ή αλλαγές στη δομή ηλικιών μπορεί να επηρεάζουν τις τάσεις.
Επιπλέον, δεν διαχωρίζει πλήρως τη μετακύληση από άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρέασαν τη θνησιμότητα μετά το 2022, όπως ο εμβολιασμός, οι αλλαγές στο σύστημα υγείας ή κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις.
Για την Ελλάδα, το βασικό μήνυμα είναι σύνθετο: η μείωση της θνησιμότητας μετά το 2022 δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το αποτύπωμα της πανδημίας έχει σβήσει. Η διάκριση ανάμεσα σε πραγματική ανάκαμψη και μετακύληση είναι κρίσιμη, ώστε να αξιολογηθεί σωστά το τι συνέβη και να σχεδιαστούν αποτελεσματικότερες πολιτικές προστασίας για μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις.
Φωτογραφία: istock