Η διαλειμματική νηστεία έχει γίνει το απόλυτο trend στη διατροφή των τελευταίων ετών, όμως μια νέα μεγάλη ανασκόπηση κλινικών μελετών δείχνει ότι τελικά δεν είναι πιο αποτελεσματική από μια «κλασική» δίαιτα με απλό θερμιδικό έλλειμμα. Παρά τον θόρυβο στα social media και τις υποσχέσεις για «μαγικά» αποτελέσματα στον μεταβολισμό, οι επιστήμονες καταλήγουν ότι το βασικό όφελος προκύπτει απλώς από το ότι τρώμε λιγότερες θερμίδες συνολικά.
Τα ευρήματα προέρχονται από ανασκόπηση 22 τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών σε 1.995 υπέρβαρους ή παχύσαρκους ενήλικες σε Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Κίνα, Αυστραλία και Νότια Αμερική, που εφάρμοσαν διαφορετικά πρωτόκολλα διαλειμματικής νηστείας (εναλλαγή ημερών νηστείας και κανονικού φαγητού, νηστεία κάποιες μέρες την εβδομάδα, φαγητό μόνο σε συγκεκριμένες ώρες κάθε μέρας). Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι έκαναν διαλειμματική νηστεία έχασαν κατά μέσο όρο μόνο λίγο περισσότερο βάρος, περίπου 3,4%, σε σχέση με τις ομάδες ελέγχου που δεν έκαναν κάποια οργανωμένη παρέμβαση, διαφορά που δεν θεωρείται κλινικά εντυπωσιακή.
Ο Luis Garegnani, επικεφαλής της μελέτης από το Universidad Hospital Italiano de Buenos Aires, επισημαίνει ότι η διαλειμματική νηστεία «μπορεί να είναι μια λογική επιλογή» για ορισμένους ανθρώπους, αλλά τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δικαιολογούν τον ενθουσιασμό που καλλιεργείται στα κοινωνικά δίκτυα. Ουσιαστικά, τα αποτελέσματα είναι «παρόμοια με τις παραδοσιακές προσεγγίσεις διατροφής για απώλεια βάρους» που βασίζονται σε καθημερινό θερμιδικό έλλειμμα, χωρίς «ειδικά» μεταβολικά πλεονεκτήματα.
Διαλειμματική νηστεία και διατροφή: τι δείχνει η επιστήμη
Η νέα ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στη Cochrane Database of Systematic Reviews, καταρρίπτει την ιδέα ότι η διαλειμματική νηστεία έχει μοναδικές μεταβολικές επιδράσεις πέρα από τον περιορισμό των θερμίδων. Ο Keith Frayn, ομότιμος καθηγητής ανθρώπινου μεταβολισμού στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τονίζει ότι δεν υπάρχει στήριξη για τον ισχυρισμό πως η συγκεκριμένη δίαιτα «ξεκλειδώνει» κάποιον ιδιαίτερο μηχανισμό καύσης λίπους σε σχέση με άλλες στρατηγικές διατροφής.
Την ίδια στιγμή, οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι τα δεδομένα των μελετών είναι ακόμη «μπαλωμένα», με μικρά δείγματα, ασυνέπειες στην αναφορά αποτελεσμάτων και ελάχιστες πληροφορίες για το πώς αισθάνονται και αν αντέχουν μακροπρόθεσμα οι ίδιοι οι συμμετέχοντες αυτές τις δίαιτες. Γι’ αυτό και ζητούν καλύτερης ποιότητας έρευνες, που θα εξετάζουν όχι μόνο τη ζυγαριά, αλλά και την ικανοποίηση, τη συμμόρφωση και τη βιωσιμότητα στην καθημερινή διατροφή.
Δίαιτα, φάρμακα και παγκόσμια επιδημία παχυσαρκίας
Η συζήτηση γύρω από τη διαλειμματική νηστεία εξελίσσεται σε μια εποχή που η παχυσαρκία έχει εκτοξευθεί παγκοσμίως: τα ποσοστά στους ενήλικες έχουν διπλασιαστεί μέσα σε τρεις δεκαετίες, ενώ σε παιδιά και εφήβους αυξάνονται σχεδόν δύο φορές πιο γρήγορα. Παράλληλα, τα νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας προσφέρουν θεαματική απώλεια βάρους, αλλά παραμένουν ακριβά, με περιορισμένη διαθεσιμότητα και, κρίσιμα, με οφέλη που τείνουν να χάνονται όταν διακοπεί η αγωγή, με προβλέψεις ότι πολλοί ασθενείς θα επανέλθουν στο αρχικό τους βάρος μέσα σε δύο χρόνια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαλειμματική νηστεία και κάθε είδους δίαιτα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «μαγικές λύσεις», αλλά ως εργαλεία μέσα σε μια συνολική στρατηγική διατροφής και τρόπου ζωής. Όπως επισημαίνουν ειδικοί όπως ο Paul Garner και ο Adam Collins, οι ίδιες οι μελέτες για τη δίαιτα μπορεί να υποτιμούν τα αποτελέσματα, επειδή ακόμη και οι ομάδες «χωρίς παρέμβαση» συχνά αλλάζουν συμπεριφορά μόνο και μόνο επειδή γνωρίζουν ότι παρακολουθούνται – το λεγόμενο φαινόμενο Hawthorne, όπου το ζύγισμα ή το ημερολόγιο φαγητού αρκεί για να φρενάρει την υπερκατανάλωση, όπως γράφουν οι Financial Times.
Τελικά, το μήνυμα της νέας έρευνας είναι σαφές: είτε επιλέξει κανείς διαλειμματική νηστεία είτε μια πιο κλασική δίαιτα, ο παράγοντας-κλειδί για την απώλεια βάρους είναι ο συνολικός ενεργειακός απολογισμός και το κατά πόσο το εκάστοτε μοντέλο διατροφής μπορεί να ενσωματωθεί ρεαλιστικά στη ζωή του μακροπρόθεσμα. Για όσους αναζητούν βιώσιμη αλλαγή, το ερώτημα ίσως δεν είναι «ποια δίαιτα είναι πιο έξυπνη», αλλά «ποια δίαιτα μπορώ πραγματικά να ακολουθήσω χωρίς να τα παρατήσω σε λίγες εβδομάδες».
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]