Για κάποιους, στις 7 το πρωί η ημέρα αρχίζει. Για άλλους, είναι η ώρα που το σώμα τους εξακολουθεί να φωνάζει ότι θα έπρεπε να κοιμούνται. Και αυτή η διαφορά ίσως να είναι πολύ πιο σημαντική από μια απλή προτίμηση ανάμεσα στο «ξυπνάω νωρίς» και στο «λειτουργώ καλύτερα το βράδυ».
Μια νέα μελέτη του University of Oulu, που δημοσιεύθηκε στο Occupational & Environmental Medicine, δείχνει ότι οι άνθρωποι με βραδινό χρονότυπο (οι γνωστές «κουκουβάγιες») είχαν 1,7 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να λάβουν σύνταξη αναπηρίας μέσα στα επόμενα 12 χρόνια σε σύγκριση με τους πρωινούς τύπους.
Με απλά λόγια: περίπου 70% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο. Και το εύρημα ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση. Μήπως ένα μέρος του εργατικού κόσμου προσπαθεί επί δεκαετίες να λειτουργήσει σε ώρες που βρίσκονται σε μόνιμη σύγκρουση με το ίδιο του το βιολογικό ρολόι;
Δεν είσαι απλώς «πρωινός» ή «βραδινός»
Ο χρονότυπος περι- το φυσικό βιολογικό πρόγραμμα του οργανισμού ως προς τον ύπνο και την εγρήγορση. Σε γενικές γραμμές, οι άνθρωποι διακρίνονται σε πρωινούς, ενδιάμεσους και βραδινούς τύπους.
Οι πρωινοί τύποι ξυπνούν και λειτουργούν ευκολότερα νωρίς. Οι βραδινοί τείνουν να αποκοιμιούνται αργότερα, να δυσκολεύονται περισσότερο στο πρωινό ξύπνημα και να βρίσκονται σε μεγαλύτερη εγρήγορση αργότερα μέσα στην ημέρα. Δεν πρόκειται απλώς για «κακή συνήθεια». Ο χρονότυπος είναι ένα εν μέρει γενετικά καθορισμένο χαρακτηριστικό, όπως εξηγείται και σε μεγάλη προοπτική μελέτη της Nurses’ Health Study II για τον χρονότυπο και την υγεία. Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα: Το βιολογικό ρολόι δεν ρωτά τι ώρα ανοίγει το γραφείο.
5.679 άνθρωποι και 12 χρόνια παρακολούθησης
Η νέα φινλανδική έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα της Northern Finland Birth Cohort 1966, μιας μεγάλης πληθυσμιακής μελέτης που παρακολουθεί ανθρώπους που γεννήθηκαν σε δύο βόρειες επαρχίες της Φινλανδίας.
Το 2012, όταν οι συμμετέχοντες ήταν 46 ετών, κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις σχετικά με τον χρονότυπό τους: πόσο εύκολα ξυπνούσαν το πρωί, πόσο κουρασμένοι αισθάνονταν στο πρώτο μισάωρο μετά το ξύπνημα, ποια ώρα της ημέρας προτιμούσαν να εργάζονται και αν θεωρούσαν τον εαυτό τους πρωινό ή βραδινό τύπο.
Το αρχικό δείγμα περιλάμβανε 5.679 ανθρώπους, 2.597 άνδρες και 3.082 γυναίκες. Ως βραδινοί τύποι ταξινομήθηκαν 253 άνδρες (9,7%) και 381 γυναίκες (12,4%), ενώ ως πρωινοί 1.182 άνδρες (46%) και 1.355 γυναίκες (44%). Οι υπόλοιποι ταξινομήθηκαν ως ενδιάμεσοι τύποι.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέδεσαν αυτές τις πληροφορίες με τα εθνικά μητρώα της Φινλανδίας, που περιλαμβάνουν στοιχεία για την απασχόληση και τις συντάξεις. Και περίμεναν. Για 12 χρόνια.
Το αποτέλεσμα: 1,7 φορές μεγαλύτερος κίνδυνος
Κατά την περίοδο παρακολούθησης, 135 άνδρες (5,2%) και 249 γυναίκες (8,1%) έλαβαν για πρώτη φορά σύνταξη αναπηρίας.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της 12ετούς παρακολούθησης, οι βραδινοί τύποι είχαν περίπου 70% υψηλότερο κίνδυνο να λάβουν σύνταξη αναπηρίας σε σύγκριση με τους πρωινούς.
Στους άνδρες με βραδινό χρονότυπο, το 8,3% έλαβε απόφαση για σύνταξη αναπηρίας έναντι 5% των πρωινών τύπων. Στις γυναίκες τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 12,1% και 7,2%.
Η σχέση εμφανίστηκε τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες και παρέμεινε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, όπως το επίπεδο εκπαίδευσης και το επάγγελμα.
Μάλιστα, οι βραδινοί τύποι της μελέτης είχαν κατά μέσο όρο υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τους πρωινούς, παρότι το υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο θα αναμενόταν κανονικά να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στον κίνδυνο σύνταξης αναπηρίας.
Το «social jet lag»: όταν το σώμα ζει σε άλλη ώρα
Μια πιθανή εξήγηση κρύβεται σε μια έννοια με εξαιρετικά εύστοχο όνομα: social jet lag ή κοινωνικό jet lag. Ο βραδινός τύπος μπορεί να μην νυστάζει στις 10 ή στις 11 το βράδυ. Η δουλειά του, όμως, εξακολουθεί να απαιτεί να βρίσκεται όρθιος στις 6 ή στις 7 το πρωί. Έτσι μπορεί να κοιμάται λιγότερο τις εργάσιμες ημέρες και να προσπαθεί να «ξεχρεώσει» ύπνο τα Σαββατοκύριακα.
Το σώμα, με άλλα λόγια, καλείται να ζει ανάμεσα σε δύο ρολόγια: εκείνο που βρίσκεται μέσα του και εκείνο που βρίσκεται στον τοίχο. Και αυτή η σύγκρουση μπορεί να επαναλαμβάνεται επί χρόνια.
Η ίδια η ερευνητική ομάδα του University of Oulu επισημαίνει ότι η διατάραξη του εσωτερικού βιολογικού ρολογιού μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα ύπνου, ενώ οι βραδινοί τύποι εμφανίζουν συχνότερα και λιγότερο υγιεινές συμπεριφορές, όπως το κάπνισμα και η χαμηλότερη φυσική δραστηριότητα.
Η εργασία είχε ήδη στείλει προειδοποιητικό σήμα
Η νέα μελέτη δεν εμφανίζεται σε επιστημονικό κενό. Ήδη από το 2021, προγενέστερη μελέτη στην ίδια φινλανδική κοόρτη είχε δείξει ότι οι βραδινοί τύποι στη μέση ηλικία είχαν περίπου διπλάσιες πιθανότητες να αναφέρουν χαμηλή ικανότητα για εργασία σε σύγκριση με τους πρωινούς τύπους.
Συγκεκριμένα, οι πιθανότητες χαμηλής εργασιακής ικανότητας ήταν 2,24 φορές υψηλότερες για τους άνδρες με βραδινό χρονότυπο και 2,33 φορές υψηλότερες για τις γυναίκες, πριν από τις σχετικές προσαρμογές. Και τα ευρήματα δεν περιορίζονται στη Φινλανδία.
Μια πληθυσμιακή μελέτη εργαζομένων στη Νότια Κορέα, που δημοσιεύθηκε στο Sleep Health, βρήκε ότι οι βραδινοί τύποι είχαν περισσότερες από διπλάσιες πιθανότητες χαμηλής εργασιακής ικανότητας σε σύγκριση με τους πρωινούς, καθώς και μεγαλύτερη απώλεια παραγωγικότητας που σχετιζόταν με την υγεία.
Το τίμημα ίσως δεν περιορίζεται στην κούραση
Υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά της ιστορίας: η γενικότερη υγεία. Σε μεγάλη προοπτική μελέτη 63.676 γυναικών της Nurses’ Health Study II, οι γυναίκες με σαφώς βραδινό χρονότυπο είχαν 54% μεγαλύτερη πιθανότητα να ακολουθούν συνολικά λιγότερο υγιεινό τρόπο ζωής σε σύγκριση με τις σαφώς πρωινές.
Στην ίδια έρευνα καταγράφηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στους βραδινούς τύπους. Όταν όμως οι επιστήμονες συνυπολόγισαν παράγοντες όπως ο ΔΜΣ, η φυσική δραστηριότητα, η διατροφή, το κάπνισμα και η διάρκεια του ύπνου, η συσχέτιση μειώθηκε σημαντικά.
Και αυτό έχει σημασία: δείχνει ότι η σχέση μεταξύ χρονότυπου και υγείας είναι πολύ πιο σύνθετη από το «κοιμάσαι αργά, άρα αρρωσταίνεις».
Όταν το ωράριο της δουλειάς δεν ταιριάζει με το ρολόι του σώματος
Ίσως, μάλιστα, το πρόβλημα να μην είναι ο βραδινός χρονότυπος από μόνος του, αλλά η σύγκρουσή του με το ωράριο που επιβάλλει η καθημερινότητα. Μια μεγάλη μελέτη 64.615 γυναικών της Nurses’ Health Study II εξέτασε ακριβώς αυτή την ασυμφωνία μεταξύ χρονότυπου και ωραρίου εργασίας.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι βραδινοί τύποι που εργάζονταν σε ημερήσια ωράρια εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, ενώ στους πρωινούς τύπους ο κίνδυνος αυξανόταν όσο αυξανόταν η μακροχρόνια έκθεση σε νυχτερινές βάρδιες.
Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι οι εργαζόμενοι ενδέχεται να ωφελούνται από ωράρια που περιορίζουν τη σύγκρουση ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και στον φυσικό χρόνο ύπνου που υπαγορεύει ο χρονότυπός τους.
Η μελατονίνη δείχνει ότι το «είμαι βραδινός τύπος» έχει βιολογικό υπόβαθρο
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται το κιρκάδιο σύστημα, το εσωτερικό σύστημα χρονισμού που οργανώνει τον ύπνο, την εγρήγορση και πολλές ακόμη φυσιολογικές λειτουργίες μέσα στο 24ωρο. Ένας από τους βασικούς «αγγελιοφόρους» αυτού του συστήματος είναι η μελατονίνη.
Σε μελέτη νοσηλευτριών της Nurses’ Health Study II για τον χρονότυπο, τη νυχτερινή εργασία και τον ρυθμό της μελατονίνης, οι ερευνητές βρήκαν ότι οι βραδινοί χρονότυποι παρουσίαζαν αργότερη έναρξη της κορύφωσης του ρυθμού της μελατονίνης σε σύγκριση με τους πρωινούς.
Η ίδια έρευνα έδειξε επίσης ότι η καλύτερη ευθυγράμμιση ανάμεσα στον χρονότυπο και στον τύπο βάρδιας φαινόταν να συνδέεται με λιγότερο διαταραγμένους ρυθμούς μελατονίνης. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος λέει «το πρωί δεν λειτουργώ», μπορεί να μην περι- απλώς μια διάθεση. Μπορεί να περι- τη βιολογία του.
«Πρόκληση για τη βιωσιμότητα των οικονομιών»
Στη Φινλανδία, η σύνταξη αναπηρίας χορηγείται μόνο έπειτα από σοβαρή και μακροχρόνια επιδείνωση της υγείας. Στη νέα μελέτη, ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα ώστε να περιλαμβάνει πλήρη και μερική σύνταξη αναπηρίας, καθώς και προσωρινό και μερικό επίδομα αποκατάστασης.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η χειρότερη κατάσταση υγείας που παρατηρείται συχνότερα στους βραδινούς τύπους μπορεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίσω από τον αυξημένο κίνδυνο.
Και προειδοποιούν: «Τα άτομα που ανήκουν στον βραδινό τύπο αποτελούν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, και η υγεία καθώς και η ικανότητά τους να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι την ηλικία συνταξιοδότησης θέτουν προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των οικονομιών».
Προσοχή: το «70%» δεν είναι καταδίκη
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η φινλανδική έρευνα είναι μελέτη παρατήρησης. Αυτό σημαίνει ότι κατα- μια συσχέτιση, αλλά δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Δεν αποδεικνύει, δηλαδή, ότι ο βραδινός χρονότυπος προκαλεί την επιδείνωση της υγείας ή οδηγεί από μόνος του έναν άνθρωπο σε σύνταξη αναπηρίας.
Οι ίδιοι οι ερευνητές αναγνωρίζουν επίσης ότι η υγεία και οι συνθήκες ζωής των συμμετεχόντων μπορεί να μεταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των 12 ετών και οι αλλαγές αυτές δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη πλήρως.
Και κάτι ακόμη: 70% μεγαλύτερος σχετικός κίνδυνος δεν σημαίνει 70% πιθανότητα ένας «νυχτερινός τύπος» να πάρει σύνταξη αναπηρίας.
Στην πραγματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχόντων παρέμεινε στην αγορά εργασίας: σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το 89,3% των ανδρών και το 86,6% των γυναικών με βραδινό χρονότυπο παρέμειναν στο εργατικό δυναμικό καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης. Το να είσαι «κουκουβάγια» δεν είναι διάγνωση.
Μήπως πρέπει να αλλάξει και η δουλειά, όχι μόνο ο εργαζόμενος;
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα που αφήνει πίσω της η έρευνα. Για χρόνια, όταν ένας εργαζόμενος δυσκολεύεται να λειτουργήσει νωρίς το πρωί, η αυθόρμητη κοινωνική απάντηση είναι συχνά: «Κοιμήσου νωρίτερα».
Τι γίνεται όμως όταν το πρόβλημα δεν είναι απλώς θέμα πειθαρχίας; Τι γίνεται όταν το εσωτερικό βιολογικό ρολόι ενός ανθρώπου βρίσκεται συστηματικά εκτός συγχρονισμού με το ωράριο που του επιβάλλεται;
Η έρευνα για την ασυμφωνία χρονότυπου και εργασιακού ωραρίου έχει ήδη υποδείξει ότι προγράμματα εργασίας που περιορίζουν τη σύγκρουση με τον φυσικό χρόνο ύπνου θα μπορούσαν να έχουν οφέλη.
Η φινλανδική μελέτη για χρονότυπο και εργασιακή ικανότητα έχει επίσης προτείνει ότι ο ατομικός χρονότυπος αξίζει να λαμβάνεται υπόψη στις προσπάθειες παράτασης του εργασιακού βίου.
Και τα πιο πρόσφατα δεδομένα για εργασιακή ικανότητα και απώλεια παραγωγικότητας ενισχύουν την ιδέα ότι ο χρονότυπος ίσως δεν είναι μια ασήμαντη προσωπική προτίμηση, αλλά ένας παράγοντας που αξίζει να λαμβάνεται υπόψη στην υγεία των εργαζομένων.
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα του μέλλοντος να μην είναι μόνο πώς θα κάνουμε τις «κουκουβάγιες» να ξυπνούν σαν «κορυδαλλοί».
Ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε και κάτι άλλο: Πόσο κοστίζει (στον άνθρωπο, στην υγεία του και τελικά στην ίδια την οικονομία) όταν απαιτούμε από όλους να ζουν με το ίδιο ρολόι;
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]