Το πέρασμα των 50 είναι ένα σημαντικό ορόσημο στη ζωή. Πρόκειται για την ηλικία κατά την οποία η πρόληψη αρχίζει να αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς αλλαγές που μέχρι τότε μπορεί να περνούσαν απαρατήρητες γίνονται περισσότερο αισθητές και ο κίνδυνος για ορισμένα προβλήματα υγείας αυξάνεται.
Ένα από τα πρώτα βήματα για την πρόληψη είναι η εύρεση γιατρών τους οποίους εμπιστεύεστε και με τους οποίους αισθάνεστε άνετα να συζητάτε ανοιχτά οποιαδήποτε ανησυχία.
Και παρότι μέσα στη χρονιά μπορεί να επισκέπτεστε τον γιατρό όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά, το ετήσιο προληπτικό check-up είναι εκείνο στο οποίο η πρόληψη περνά πραγματικά στο προσκήνιο. Οι κατάλληλοι προληπτικοί έλεγχοι μπορούν να προσφέρουν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: μια σαφέστερη εικόνα της κατάστασης της υγείας σας και την ευκαιρία να δράσετε εγκαίρως.
Η σημασία του οικογενειακού ιστορικού
Το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό. Για παράδειγμα, ο προληπτικός έλεγχος της οστικής πυκνότητας συστήνεται γενικά στις γυναίκες από την ηλικία των 65 ετών. Αν όμως υπάρχει οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης, ο γιατρός μπορεί να συστήσει να γίνει νωρίτερα.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι, παρότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γενετική μας προδιάθεση, μπορούμε σε έναν βαθμό να περιορίσουμε την επίδρασή της μέσω του τρόπου ζωής.
Μεσογειακή διατροφή ή διατροφή με έμφαση στις φυτικές τροφές, τακτική άσκηση που περιλαμβάνει και προπόνηση ενδυνάμωσης, καθώς και επαρκής ύπνος είναι συνήθειες που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη μακροπρόθεσμη υγεία.
Καμία λίστα εξετάσεων δεν μπορεί βέβαια να προβλέψει με ακρίβεια πώς θα είναι η υγεία σας στο μέλλον. Οι κατάλληλοι προληπτικοί έλεγχοι μπορούν όμως να προσφέρουν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: μια σαφέστερη εικόνα της κατάστασης της υγείας σας σήμερα και την ευκαιρία να δράσετε εγκαίρως.
Οι βασικές εξετάσεις και τα εμβόλια μετά τα 50
Η ηλικία, το οικογενειακό και προσωπικό ιστορικό, οι παράγοντες κινδύνου και ο τρόπος ζωής καθορίζουν ποιες εξετάσεις χρειάζεται ο καθένας και πότε. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένες εξετάσεις και κάποια εμβόλια, που σύμφωνα με γιατρούς στο People αποτελούν βασικές ενέργειες στο πλαίσιο της πρόληψης και δεν θα πρέπει να αγνοούνται.
1. Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου
Υπάρχουν αρκετά σημαντικά εμβόλια που πρέπει να βρίσκονται στο «ραντάρ» μας στη μέση ηλικία και ένα από αυτά είναι το εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου. Προστατεύει απέναντι στον Streptococcus pneumoniae, ένα βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει πνευμονία και ιγμορίτιδα και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, μηνιγγίτιδα.
Οι γιατροί περιγράφουν τον εμβολιασμό σαν έναν τρόπο να «εκπαιδεύεται» εκ των προτέρων το ανοσοποιητικό σύστημα. Αντί ο οργανισμός να πρέπει να ανακαλύψει πώς θα καταπολεμήσει το μικρόβιο όταν εμφανιστεί η λοίμωξη, μέσω του εμβολίου μαθαίνει να το αναγνωρίζει και να δημιουργεί την κατάλληλη ανοσολογική αντίδραση.
2. Εμβόλιο κατά του έρπητα ζωστήρα
Ο έρπης ζωστήρας προκαλεί ένα επώδυνο εξάνθημα με φυσαλίδες και οφείλεται στον ίδιο ιό που προκαλεί την ανεμοβλογιά.
Μετά την ανεμοβλογιά, ο ιός παραμένει αδρανής μέσα στον οργανισμό και μπορεί αργότερα να ενεργοποιηθεί ξανά. Οι γιατροί επισημαίνουν ότι η επανενεργοποίησή του παρατηρείται πολύ συχνότερα μετά την ηλικία των 50 ετών. Το εμβόλιο χορηγείται σε δύο δόσεις, με χρονικό διάστημα δύο έως έξι μηνών μεταξύ τους.
Διαβάστε επίσης: Κοινό εμβόλιο σε άτομα άνω των 65 συνδέεται με 24% χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας
3. Κολονοσκόπηση
Τα τελευταία χρόνια, η συνιστώμενη ηλικία έναρξης του προσυμπτωματικού ελέγχου για καρκίνο του παχέος εντέρου έχει μειωθεί στα 45 έτη. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τα 50 αρκετοί άνθρωποι μπορεί να έχουν ήδη κάνει την πρώτη κολονοσκόπηση.
Αν δεν την έχετε κάνει, αξίζει να συζητήσετε με τον γιατρό σας το ενδεχόμενο να την προγραμματίσετε.
Οι γιατροί υπογραμμίζουν ότι τα περιστατικά καρκίνου του παχέος εντέρου αυξάνονται, ιδιαίτερα μεταξύ νεότερων ανθρώπων, ενώ παρατηρούνται όλο και συχνότερα και πιο επιθετικές μορφές της νόσου.
Εάν η κολονοσκόπηση είναι φυσιολογική, συνήθως επαναλαμβάνεται κάθε 10 χρόνια. Το μεσοδιάστημα μπορεί όμως να είναι μικρότερο εάν εντοπιστούν πολύποδες ή υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως φλεγμονώδης νόσος του εντέρου ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου.
4. Μαστογραφία
Η συνιστώμενη ηλικία για την έναρξη του προσυμπτωματικού ελέγχου για καρκίνο του μαστού είναι τα 40 έτη. Επομένως, μέχρι τα 50 οι γυναίκες θα πρέπει ήδη να έχουν εντάξει τη μαστογραφία στην προληπτική τους φροντίδα. Η συχνότητα της εξέτασης μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις κατευθυντήριες οδηγίες που ακολουθεί ο γιατρός και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου.
Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ηλικία στην οποία όλες οι γυναίκες πρέπει να σταματούν να κάνουν μαστογραφίες. Μετά τα 75, η απόφαση βασίζεται συνήθως στη γενικότερη κατάσταση της υγείας και στις προσωπικές προτιμήσεις της κάθε γυναίκας.
5. Έλεγχος οστικής πυκνότητας
Η απώλεια οστικής μάζας μπορεί να εξελίσσεται αθόρυβα, χωρίς κανένα σύμπτωμα, αυξάνοντας σταδιακά τον κίνδυνο καταγμάτων όσο μεγαλώνουμε. Η εξέταση οστικής πυκνότητας, συνήθως με τη μέθοδο DEXA, μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα τη χαμηλή οστική πυκνότητα.
Οι γυναίκες συνήθως πρέπει να ξεκινούν τον προληπτικό έλεγχο στα 65. Ο γιατρός μπορεί όμως να προτείνει να γίνει νωρίτερα εάν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου, όπως προηγούμενο κάταγμα, χαμηλό σωματικό βάρος ή οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης.
Για τους άνδρες δεν υπάρχει μία καθιερωμένη ηλικία έναρξης του ελέγχου οστικής πυκνότητας. Ο γιατρός μπορεί ωστόσο να συστήσει εξέταση DEXA εάν το ιατρικό ιστορικό δείχνει αυξημένο κίνδυνο.
6. Έλεγχος χοληστερόλης
Η εξέταση της χοληστερόλης πιθανότατα αποτελεί ήδη μέρος των τακτικών αιματολογικών εξετάσεων, αλλά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο μεγαλώνουμε. Οι γιατροί τονίζουν ότι τα ποσοστά καρδιαγγειακών παθήσεων είναι πολύ υψηλά και οι καρδιακές παθήσεις αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου.
Νεότερα δεδομένα έχουν οδηγήσει επίσης τους ειδικούς στο συμπέρασμα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως χρειάζεται να ξεκινά νωρίτερα η φαρμακευτική αντιμετώπιση για τη μείωση της χοληστερόλης και σε άτομα με χαμηλότερο επίπεδο κινδύνου από ό,τι θεωρούνταν στο παρελθόν.
7. Έλεγχος ακοής
Η εξέταση ακοής δεν είναι απαραίτητη για όλους εάν δεν υπάρχουν συμπτώματα, αλλά είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοείται. Η καλή ακοή αποτελεί σημαντικό παράγοντα για να παραμένουμε κοινωνικά ενεργοί και να διατηρούμε υγιή τη γνωστική λειτουργία.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, όταν υπάρχουν γνωστικές δυσκολίες, το πόσο καλά βλέπει και ακούει ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με τον κόσμο γύρω του.
Εάν παρατηρείτε ότι ζητάτε συχνά από τους άλλους να επαναλάβουν όσα είπαν, αυξάνετε συνεχώς την ένταση στην τηλεόραση ή δυσκολεύεστε να παρακολουθήσετε μία συζήτηση, αξίζει να επισκεφτείτε έναν ειδικό γιατρό για να αξιολογήσει την κατάστασή σας και να κρίνει εάν χρειάζονται περαιτέρω εξετάσεις ή θεραπεία.
8. Οφθαλμολογική εξέταση
Εάν δεν επισκέπτεστε τακτικά οφθαλμίατρο, είναι σημαντικό να τον εντάξετε στην προληπτική σας φροντίδα όσο μεγαλώνετε. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι, εφόσον δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα όρασης, δεν υπάρχει λόγος να επισκεφθούν οφθαλμίατρο.
Οι γιατροί προειδοποιούν, ωστόσο, ότι είναι απαραίτητος ο έλεγχος για παθήσεις όπως το γλαύκωμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε τύφλωση εάν δεν αντιμετωπιστεί. Μια ολοκληρωμένη οφθαλμολογική εξέταση μπορεί επίσης να εντοπίσει έγκαιρα τον καταρράκτη, ακόμη και πριν αρχίσει να επηρεάζει αισθητά την όραση.
9. Αξιολόγηση ψυχικής υγείας
Οι αλλαγές στη διάθεση μπορούν να εμφανιστούν στη μέση ηλικία, ιδιαίτερα κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση, ενώ αρκετοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν δυσκολίες με την ψυχική τους υγεία.
Οι γιατροί επισημαίνουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν πρέπει να αγνοούνται και ότι η ψυχική υγεία χρειάζεται να αξιολογείται τόσο στη μέση ηλικία όσο και σε όλη τη διάρκεια της γήρανσης.
Εάν παρατηρήσετε αλλαγές στη διάθεσή σας, μην τις αποδίδετε αυτομάτως στο γεγονός ότι μεγαλώνετε. Ένα πρώτο βήμα είναι να μιλήσετε με τον προσωπικό γιατρό σας ή, για τις γυναίκες, με τον γυναικολόγο. Εκείνοι μπορούν να αξιολογήσουν τις ανησυχίες σας και, εφόσον χρειάζεται, να σας παραπέμψουν σε επαγγελματία ψυχικής υγείας.
10. Έλεγχος γνωστικής υγείας
Δεν υπάρχει κάποια εξέταση ρουτίνας που να μπορεί να προβλέψει εάν στο μέλλον θα παρουσιάσετε νευρολογική ή γνωστική έκπτωση. Εάν όμως αντιμετωπίζετε δυσκολίες στη μνήμη ή υπάρχουν μέλη της οικογένειάς σας με άνοια, αξίζει να συζητήσετε τις ανησυχίες σας με τον γιατρό.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο γιατρός μπορεί να σας κάνει μια σειρά ερωτήσεων και να σας ζητήσει να πραγματοποιήσετε απλές δοκιμασίες που αξιολογούν τη μνήμη και τις ικανότητες σκέψης. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν ενδείξεις ήπιας γνωστικής διαταραχής που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]