Η μνήμη δεν λειτουργεί σαν κάμερα που κατα- πιστά όσα ζήσαμε. Έτσι, όταν δύο άνθρωποι διαφωνούν για το «τι έγινε πραγματικά», η εξήγηση δεν είναι πάντα ότι κάποιος παραποιεί τα γεγονότα. Μπορεί ο καθένας να έχει κατασκευάσει μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του ίδιου παρελθόντος και να τη βιώνει ως απολύτως αληθινή
Δύο άνθρωποι που βιώνουν μαζί το ίδιο γεγονός – ένα γεύμα, ένα κοινό ταξίδι, μια συζήτηση ή μια περιπέτεια – θα περίμενε κανείς να θυμούνται με τον ίδιο τρόπο, τουλάχιστον τα βασικά γεγονότα. Τι συνέβη, τι ειπώθηκε και με ποια σειρά. Μήνες αργότερα, ωστόσο, όταν διηγούνται τα όσα συνέβησαν, οι ιστορίες τους ενδέχεται να διαφέρουν. Ο ένας, για παράδειγμα, θυμάται χαρακτηριστικά μια λεπτομέρεια ή είναι βέβαιος ότι ειπώθηκε μια συγκεκριμένη φράση, ενώ ο άλλος επιμένει ότι αυτά είτε δεν συνέβησαν έτσι είτε ακόμη και ότι δεν έγιναν ποτέ.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος λέει ψέματα ή παραποιεί συνειδητά τα γεγονότα. Η επιστήμη της μνήμης έχει δείξει ότι οι αναμνήσεις μας δεν είναι πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Όταν ανακαλούμε από τη μνήμη μας ένα γεγονός, ο εγκέφαλος ανασυνθέτει την εμπειρία από στοιχεία που έχει αποθηκεύσει. Στην ανασύνθεση αυτή μπορεί να παρεισφρήσουν μεταγενέστερες πληροφορίες ή να αλλάξει ακόμη και η οπτική από την οποία «βλέπουμε» νοερά το γεγονός. Ρόλο μπορούν να παίξουν και τα σημερινά μας συναισθήματα, οι πεποιθήσεις και η ανάγκη να διατηρήσουμε μια συνεπή εικόνα για τον εαυτό μας.Έτσι, η μνήμη «ξανα-» κομμάτια από το παρελθόν και η πραγματικότητα παύει να είναι μία.
Μπορούμε να «ξεχνάμε» όσα απειλούν την εικόνα μας
Υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο που ονομάζεται mnemic neglect, δηλαδή επιλεκτική εξασθένηση της μνήμης, για πληροφορίες που απειλούν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Σε πειράματα, οι άνθρωποι θυμούνται λιγότερη ακρίβεια αρνητικές πληροφορίες που αφορούν τους ίδιους, σε σχέση με αντίστοιχες πληροφορίες που αφορούν κάποιον άλλο. Η επίδραση αυτή έχει ερμηνευθεί ως ένας τρόπος προστασίας της θετικής εικόνας του εαυτού.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ένα άλλο εύρημα. Ερευνητές των Northwestern University και Harvard εξέτασαν τη μνήμη ανθρώπων για δικές τους ανήθικες πράξεις. Διαπίστωσαν ότι με τον χρόνο οι αναμνήσεις αυτών των πράξεων γίνονταν λιγότερο καθαρές και λιγότερο λεπτομερείς σε σχέση με άλλες εμπειρίες.
Οι ερευνητές ονόμασαν το φαινόμενο «unethical amnesia» και το συνέδεσαν με την ψυχολογική δυσφορία που προκαλεί η σύγκρουση ανάμεσα σε μια αρνητική πράξη και στην ανάγκη να διατηρήσουμε μια θετική εικόνα για τον εαυτό μας.
Άρα μπορεί πράγματι, χωρίς συνειδητή πρόθεση εξαπάτησης, ο καθένας να θυμάται ευκολότερα όσα τον δικαιώνουν και λιγότερο καθαρά όσα τον φέρνουν σε δύσκολη θέση.
Πώς τα σημερινά μας συναισθήματα επηρεάζουν τις αναμνήσεις
Η μνήμη συνδέεται με τη διατήρηση της ταυτότητάς μας, τη ρύθμιση των συναισθημάτων και την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Μια μεγάλη ανασκόπηση για τη σχέση του εαυτού με τη μνήμη εξηγεί ότι όσα πιστεύουμε και αισθανόμαστε σήμερα, μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ανακατασκευάζουμε παλαιότερες εμπειρίες. Οι ερευνητές μιλούν, μεταξύ άλλων, για «μεροληψία συνέπειας» (consistency bias). Έχουμε δηλαδή την τάση να θυμόμαστε το παρελθόν, με τρόπο που να ταιριάζει περισσότερο με το πώς βλέπουμε σήμερα τον εαυτό μας και τους άλλους.
Αυτό σημαίνει ότι, αν μια σχέση έχει σήμερα γίνει πολύ αρνητική, τα δυσάρεστα στοιχεία του παρελθόντος μπορεί να έρχονται ευκολότερα στη μνήμη ή να αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, όταν την ανακαλούμε. Δεν σημαίνει ότι επινοούμε συνειδητά γεγονότα. Το σημερινό μας συναίσθημα όμως, μπορεί να επηρεάζει ποια πλευρά μιας παλιάς εμπειρίας θα έρθει πρώτη στο προσκήνιο και με ποιο τρόπο.
Οι αναμνήσεις των άλλων μπορούν να μπουν μέσα στις δικές μας
Η μνήμη μπορεί να επηρεαστεί και από όσα ακούμε μετά από ένα γεγονός, ακόμη και από την εκδοχή ενός ανθρώπου που το έζησε μαζί μας.
Ο Henry Roediger, καθηγητής Ψυχολογικών και Εγκεφαλικών Επιστημών στο Washington University in St. Louis, μελέτησε το φαινόμενο της «κοινωνικής μετάδοσης της μνήμης».
Στο πείραμά του, οι συμμετέχοντες έβλεπαν εικόνες καθημερινών χώρων, όπως μια κουζίνα με πολλά αντικείμενα. Αργότερα, συζητούσαν όσα είχαν δει με ένα άλλο άτομο, το οποίο όμως συνεργαζόταν με τους ερευνητές. Ο συνεργάτης των ερευνητών ανέφερε επίτηδες ορισμένα αντικείμενα που δεν υπήρχαν στην εικόνα, για παράδειγμα μια τοστιέρα σε μια κουζίνα.
Όταν οι συμμετέχοντες κλήθηκαν στη συνέχεια να θυμηθούν μόνοι τους τι είχαν δει, αρκετοί ανέφεραν και τα αντικέιμενα που δεν υπήρχαν, αλλά τα είχαν ακούσει από τον συνεργάτη. Φάνηκε δηλαδή ότι οι λανθασμένες πληροφορίες του συνεργάτη, είχαν «τρωπώσει» στην ανάμνηση κάποιων. Με άλλα λόγια, μια πληροφορία που είχαν ακούσει από έναν άλλο άνθρωπο, μπορούσε αργότερα να τους φαίνεται σαν δική τους ανάμνηση.
Το εύρημα δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει μια ανάμνηση. Μια λεπτομέρεια που ακούσαμε αργότερα από κάποιον άλλον μπορεί, με τον χρόνο, να ενσωματωθεί στη δική μας αφήγηση. Σε σημείο να πιστεύουμε ότι την είχαμε δει ή ζήσει οι ίδιοι.
Παραμόρφωση της μνήμης
Μερικές φορές ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται μια ερώτηση σχετική με μια εμπειρία του παρελθόντος, μπορεί να επηρεάσει την μνήμη μας.
Αυτό έδειξε ένα από τα πιο γνωστά πειράματα στην ιστορία της έρευνας της μνήμης, των Elizabeth Loftus και John Palmer. Η Elizabeth Loftus είναι διακεκριμένη καθηγήτρια Ψυχολογικής Επιστήμης στο University of California, Irvine, και μεγάλο μέρος της ερευνητικής της δουλειάς αφορά ακριβώς την ευκολία με την οποία μπορεί να μεταβληθεί η ανθρώπινη μνήμη.
Οι συμμετέχοντες στα στο πέιραμα, παρακολούθησαν βίντεο από τροχαία ατυχήματα. Στη συνέχεια οι ερευνητές τούς ρώτησαν πόσο γρήγορα κινούνταν τα αυτοκίνητα τη στιγμή της σύγκρουσης. Η ερώτηση όμως δεν ήταν ίδια για όλους.
Σε κάποιους η σύγκρουση περιγραφόταν με μια σχετικά ουδέτερη λέξη (hit), ενώ σε άλλους με το πολύ εντονότερο “smashed”, δηλαδή ότι τα αυτοκίνητα «συνετρίβησαν» το ένα πάνω στο άλλο. Η διαφορετική διατύπωση οδήγησε και σε διαφορετικές εκτιμήσεις για την ταχύτητα.
Ψευδής ανάμνηση
Το πιο ενδιαφέρον ήρθε στο δεύτερο μέρος του πειράματος. Μία εβδομάδα αργότερα, όλοι οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν αν είχαν δει σπασμένα γυαλιά στο βίντεο. Σπασμένα γυαλιά, όμως, δεν υπήρχαν. Παρ’ όλα αυτά, το 32% όσων είχαν ακούσει την πιο έντονη περιγραφή της σύγκρουσης, με τη λέξη “smashed”, δήλωσε ότι είχε δει σπασμένα γυαλιά. Στην ομάδα που είχε ακούσει τη λέξη “hit”, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 14%, ενώ στην ομάδα ελέγχου 12%.
Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η ερώτηση δεν είχε επηρεάσει μόνο την εκτίμηση για την ταχύτητα, αλλά και την ίδια την ανάμνηση του γεγονότος. Σε ορισμένους συμμετέχοντες είχε «φυτευτεί» στο κεφάλι τους μια ανύπαρκτη λεπτομέρεια.
Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που οι επιστήμονες ονομάζουν ψευδή ανάμνηση (false memory). Ο άνθρωπος δεν λέει συνειδητά κάτι ανακριβές. Μπορεί να είναι πραγματικά πεπεισμένος ότι αυτό που θυμάται, συνέβη.
Ένας από τους μηχανισμούς που μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιες παραμορφώσεις είναι η λεγόμενη επίδραση της παραπληροφόρησης (misinformation effect). Πληροφορίες που λαμβάνουμε μετά από ένα γεγονός, μια ερώτηση, μια περιγραφή ή η αφήγηση κάποιου άλλου, μπορεί να επηρεάσουν την αρχική μας ανάμνηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ενσωματωθούν σε αυτήν, σαν να αποτελούσαν μέρος όσων πράγματι ζήσαμε.
Δεν προσέχουν όλοι το ίδιο πράγμα – Πώς η οπτική γωνία επηρεάζει τη μνήμη
Ακόμη και την ώρα που συμβαίνει κάτι, δύο άνθρωποι δεν καταγράφουν απαραίτητα τις ίδιες λεπτομέρειες. Ο καθένας παρατηρεί διαφορετικά στοιχεία και βιώνει το γεγονός από τη δική του θέση.
Η Peggy St. Jacques, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας και Canada Research Chair στη Γνωστική Νευροεπιστήμη της Μνήμης στο University of Alberta, έχει μελετήσει το πώς η οπτική γωνία επηρεάζει τη μνήμη μας. Σε δύο μελέτες με συνολικά 675 άτομα, η ομάδα της διαπίστωσε ότι δεν ανακαλούμε όλοι το παρελθόν με τον ίδιο τρόπο.
Κάποιοι θυμούνται ένα γεγονός από την ίδια θέση από την οποία το έζησαν: για παράδειγμα, θυμούνται τι έβλεπαν μπροστά τους, χωρίς να «βλέπουν» τον εαυτό τους μέσα στη σκηνή. Άλλοι το ανακαλούν σαν να το παρακολουθούν από έξω, σχεδόν όπως θα έβλεπαν μια σκηνή σε ταινία, με τον ίδιο τους τον εαυτό να βρίσκεται μέσα σε αυτήν.
Η διαφορά αυτή έχει σημασία, γιατί η οπτική γωνία που κοιτάμε το παρελθόν, μπορεί να επηρεάζει ποια στοιχεία μιας εμπειρίας έρχονται περισσότερο στο προσκήνιο όταν τη θυμόμαστε.
Αν κάποιος ανακαλεί ένα γεγονός σαν να το ξαναζεί, μπορεί να εστιάζει περισσότερο σε όσα έβλεπε, ένιωθε ή σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Αν το θυμάται σαν εξωτερικός παρατηρητής, μπορεί να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στη συνολική σκηνή, στη συμπεριφορά του ίδιου ή των άλλων και σε διαφορετικές λεπτομέρειες.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η οπτική από την οποία θυμόμαστε ένα γεγονός δεν είναι πάντα σταθερή. Μπορεί να αλλάξει με τον χρόνο ή άλλους παράγοντες και, μαζί της, να αλλάξουν και τα στοιχεία στα οποία δίνουμε βάρος όταν ανακαλούμε την εμπειρία. Με άλλα λόγια, μια προσωπική ανάμνηση δεν ανασύρεται κάθε φορά σαν μια απαράλλακτη καταγραφή, αλλά μπορεί να ανασυντίθεται κάπως διαφορετικά κάθε φορά που επιστρέφουμε σε αυτήν.
Όταν η εμπειρία είναι πολύ δυσάρεστη ή τραυματική
Οι πολύ έντονες ή τραυματικές εμπειρίες μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται και ανακαλείται μια ανάμνηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο εγκέφαλος «σβήνει» ή παραποιεί συστηματικά ένα δύσκολο γεγονός για να μας προστατεύσει. Πιο συχνά, κάποιες στιγμές μένουν πολύ έντονες, ενώ άλλες λεπτομέρειες γίνονται πιο ασαφείς ή χάνονται.
Το έντονο συναίσθημα εδώ παίζει καθοριστικό ρόλο. Μπορεί να κάνει ορισμένες στιγμές ενός γεγονότος να μένουν πολύ ζωντανές στη μνήμη, ενώ άλλες λεπτομέρειες (τις δυσάρεστες ενδεχομένως) να είναι πιο ασαφείς ή να ξεχνιούνται. Σε αυτή τη διαδικασία συμμετέχει η αμυγδαλή, περιοχή του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τη συναισθηματική σημασία μιας εμπειρίας και συμβάλλει στην ενίσχυση των αναμνήσεων, όταν υπάρχει έντονη συναισθηματική διέγερση.
Υπάρχει επίσης ένας δεύτερος μηχανισμός. Όταν κάποιος προσπαθεί επανειλημμένα να μη φέρνει μια δυσάρεστη ανάμνηση στο μυαλό του, μπορεί αργότερα να δυσκολεύεται περισσότερο να την ανακαλέσει. Αυτό έχει φανεί σε πειραματικές μελέτες για την καταστολή ανεπιθύμητων αναμνήσεων.
Έτσι, μετά από ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός, η μνήμη μπορεί να γίνει πιο επιλεκτική και άνιση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η τραυματική εμπειρία είναι κατ’ ανάγκη ανακριβής ή ότι έχει «ξαναγραφτεί» πλήρως από τον εγκέφαλο.
Προσοχή: Στο συγκεκριμένο θέμα δεν αναφερόμαστε στη διασχιστική αμνησία, μια ξεχωριστή διαταραχή κατά την οποία ένα άτομο αδυνατεί να ανακαλέσει σημαντικές προσωπικές πληροφορίες. Συνήθως έπειτα από έντονο τραύμα ή στρες, σε βαθμό που δεν εξηγείται από τη συνηθισμένη λήθη.
Και η λανθασμένη εκδοχή μπορεί να παραμείνει
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Science προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Οι ερευνητές εξέτασαν τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι οι άλλοι θυμούνται ένα γεγονός διαφορετικά από τους ίδιους.
Οι συμμετέχοντες είχαν παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ και αρχικά εξετάστηκαν για όσα θυμούνταν. Αργότερα τους παρουσιάστηκαν δήθεν απαντήσεις άλλων ανθρώπων που είχαν δει το ίδιο βίντεο. Ορισμένες από αυτές ήταν σκόπιμα λανθασμένες.
Οι συμμετέχοντες συχνά άλλαζαν τη δική τους απάντηση για να συμφωνήσουν με την εκδοχή της ομάδας. Aκόμη και σε περιπτώσεις στις οποίες προηγουμένως είχαν θυμηθεί σωστά το γεγονός.
Το σημαντικότερο ήταν ότι δεν επρόκειτο πάντοτε για μια προσωρινή υποχώρηση του τύπου «θα πω αυτό που λένε οι άλλοι». Μέρος των λανθασμένων αναμνήσεων παρέμενε και αργότερα. Αυτό έδειξε ότι η κοινωνική πληροφορία,σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε επηρεάσει και αυτό που πίστευαν οι συμμετέχοντες ότι θυμούνταν από το αρχικό γεγονός.
Τι συμβαίνει όταν η σωστή και η λανθασμένη πληροφορία «συναντιούνται» στη μνήμη
Μια νεότερη μελέτη στο Nature Communications, έδωσε ακόμη πιο άμεση εικόνα του μηχανισμού. Οι ερευνητές έδειξαν στους συμμετέχοντες γεγονότα και αργότερα τους έδωσαν λανθασμένες περιγραφές ορισμένων λεπτομερειών.
Στα πειράματα, περίπου 4 στις 10 απαντήσεις για αυτές τις λεπτομέρειες κατέληξαν να ακολουθούν τη λανθασμένη μεταγενέστερη πληροφορία. Με λειτουργική μαγνητική τομογραφία οι ερευνητές βρήκαν ενδείξεις ότι, κατά την ανάκληση, η αρχική πληροφορία και η μεταγενέστερη παραπληροφόρηση μπορούν να «ανταγωνίζονται» μεταξύ τους.
Η εικόνα που προκύπτει από αυτές τις μελέτες είναι ότι η μνήμη δεν λειτουργεί σαν αρχείο στο οποίο αποθηκεύεται μια αμετάβλητη εκδοχή του παρελθόντος. Από τη στιγμή που ζούμε ένα γεγονός μέχρι τη στιγμή που θα το διηγηθούμε μήνες ή χρόνια αργότερα, η ανάμνησή του μπορεί να έχει επηρεαστεί από όσα προσέξαμε, από την οπτική μας γωνία, από τις συζητήσεις που ακολούθησαν και από νέες πληροφορίες.
Εν τέλει, όταν δύο άνθρωποι διαφωνούν έντονα για το «τι έγινε πραγματικά», η εξήγηση δεν είναι πάντα ότι κάποιος παραποιεί τα γεγονότα. Μπορεί ο καθένας να έχει κατασκευάσει μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του ίδιου παρελθόντος και να τη βιώνει ως απολύτως αληθινή.
Φωτογραφία: istock