Υπάρχει μια ειρωνεία που διατρέχει ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Το είδος μας γεννήθηκε, εξελίχθηκε και επέζησε μέσα στη φύση, όμως αφιέρωσε τους τελευταίους αιώνες προσπαθώντας να απομακρυνθεί από αυτήν όσο το δυνατόν περισσότερο.
Χτίσαμε πόλεις από τσιμέντο και γυαλί, φωτίσαμε τη νύχτα σαν να ήταν μέρα, ελέγξαμε τη θερμοκρασία των σπιτιών μας, εξημερώσαμε ποτάμια και αλλάξαμε το τοπίο για να εξυπηρετεί τις ανάγκες μας. Σήμερα, εκατομμύρια άνθρωποι περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σε κλειστούς χώρους, μετακινούνται με αυτοκίνητο, εργάζονται μπροστά σε οθόνες και έχουν περιορισμένη επαφή με το φυσικό περιβάλλον.
Η εξέλιξη αυτή έφερε αδιαμφισβήτητα τεράστια οφέλη. Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε, οι λοιμώξεις περιορίστηκαν, οι ακραίες καιρικές συνθήκες έπαψαν να καθορίζουν την καθημερινότητά μας και η τεχνολογία βελτίωσε θεαματικά την ποιότητα ζωής.
Ταυτόχρονα, όμως, ο σύγχρονος τρόπος ζωής συνοδεύτηκε από μια πρωτοφανή αύξηση του χρόνιου στρες, των αγχωδών διαταραχών, της κατάθλιψης, της κοινωνικής απομόνωσης και της γνωστικής κόπωσης. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι ψυχικές διαταραχές συγκαταλέγονται πλέον στις σημαντικότερες αιτίες αναπηρίας παγκοσμίως, ενώ η αστικοποίηση και οι περιβαλλοντικές πιέσεις θεωρούνται παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά την ψυχική ευημερία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε σχεδόν φιλοσοφικό έχει αποκτήσει ιδιαίτερη επιστημονική βαρύτητα:
Μπορεί η επαφή με τη φύση να λειτουργήσει ως «αντίδοτο» στις πιέσεις της σύγχρονης ζωής;
Η απάντηση που δίνουν σήμερα η ψυχολογία, η νευροεπιστήμη, η επιδημιολογία και η δημόσια υγεία είναι πιο ξεκάθαρη από ποτέ.
Η φύση δεν αποτελεί πανάκεια ούτε μπορεί να αντικαταστήσει την ιατρική ή την ψυχοθεραπεία. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι αποτελεί έναν ισχυρό προστατευτικό παράγοντα, ο οποίος μπορεί να ενισχύσει τη σωματική και ψυχική υγεία όταν εντάσσεται συστηματικά στην καθημερινή ζωή.
Από τη διαίσθηση στην επιστημονική τεκμηρίωση
Για πολλές γενιές η ιδέα ότι «η φύση θεραπεύει» βασιζόταν κυρίως στην προσωπική εμπειρία. Μια βόλτα στο βουνό, λίγες ώρες δίπλα στη θάλασσα ή ένας περίπατος σε ένα πάρκο έκαναν τους περισσότερους ανθρώπους να αισθάνονται πιο ήρεμοι και πιο αναζωογονημένοι. Αυτό όμως δεν αρκούσε για να θεωρηθεί επιστημονικό δεδομένο.
Τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια η εικόνα άλλαξε ριζικά. Ερευνητικές ομάδες από πανεπιστήμια της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής, της Αυστραλίας και της Ασίας άρχισαν να εξετάζουν με συστηματικό τρόπο πώς επηρεάζει τον άνθρωπο η επαφή με φυσικά περιβάλλοντα.
Οι μελέτες δεν περιορίστηκαν σε ερωτηματολόγια. Οι επιστήμονες μέτρησαν:
- αρτηριακή πίεση,
- καρδιακό ρυθμό,
- επίπεδα κορτιζόλης (της ορμόνης του στρες),
- εγκεφαλική δραστηριότητα με λειτουργική μαγνητική τομογραφία,
- ακόμη και δείκτες του ανοσοποιητικού συστήματος.
Παρά τις διαφορές στη μεθοδολογία, οι περισσότερες κατέληξαν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η συστηματική επαφή με τη φύση σχετίζεται με:
- χαμηλότερα επίπεδα άγχους,
- καλύτερη διάθεση,
- βελτιωμένη γνωστική λειτουργία,
- ποιοτικότερο ύπνο και
- μεγαλύτερη συνολική ευεξία.
Η σημασία αυτών των ευρημάτων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς δεν αφορούν αποκλειστικά όσους ζουν κοντά σε δάση ή σε προστατευόμενες περιοχές. Ακόμη και οι αστικοί χώροι πρασίνου (πάρκα, δεντροφυτεμένοι πεζόδρομοι, άλση και κήποι) φαίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν μετρήσιμα οφέλη.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπογραμμίζει ότι οι καλά σχεδιασμένοι χώροι πρασίνου στις πόλεις συμβάλλουν όχι μόνο στη βελτίωση της ψυχικής υγείας, αλλά και στην:
- αύξηση της σωματικής δραστηριότητας,
- στη μείωση της έκθεσης στη θερμότητα,
- στον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και
- στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Με άλλα λόγια, το πράσινο δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό αγαθό: αποτελεί βασικό στοιχείο μιας υγιούς πόλης.
Η ίδια διαπίστωση αποτυπώνεται πλέον και στις πολιτικές πολλών χωρών, όπου η δημιουργία και η προστασία των αστικών χώρων πρασίνου αντιμετωπίζεται ως επένδυση στη δημόσια υγεία και όχι ως δευτερεύουσα πολεοδομική επιλογή.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον αν η φύση επηρεάζει θετικά την υγεία μας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μεγάλη είναι αυτή η επίδραση και με ποιους βιολογικούς μηχανισμούς επιτυγχάνεται. Οι απαντήσεις που δίνει η σύγχρονη έρευνα είναι εντυπωσιακές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανατρέπουν όσα πιστεύαμε μέχρι σήμερα για τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.
Τι αποκαλύπτουν οι μεγάλες έρευνες: Η επιστήμη μιλά με μία φωνή
Αν πριν από δύο δεκαετίες κάποιος υποστήριζε ότι η επαφή με τη φύση μπορεί να αποτελεί παράγοντα πρόληψης για την ψυχική και σωματική υγεία, πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία. Σήμερα, όμως, το ερευνητικό πεδίο έχει ωριμάσει. Χιλιάδες επιστημονικές μελέτες από διαφορετικές χώρες, πληθυσμούς και επιστημονικούς κλάδους συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η συστηματική επαφή με φυσικά περιβάλλοντα συνδέεται με σημαντικά οφέλη για την υγεία.
Πόση φύση χρειαζόμαστε;
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα ήταν αν υπάρχει μια «ελάχιστη δόση» φύσης που μπορεί να προσφέρει μετρήσιμα οφέλη.
Απάντηση σε αυτό προσπάθησε να δώσει το 2016 η ερευνήτρια Dani- Shanahan και οι συνεργάτες της, οι οποίοι μελέτησαν τη σχέση μεταξύ της συχνότητας επίσκεψης σε χώρους πρασίνου και βασικών δεικτών υγείας.
Η έρευνα κατέδειξε μια σαφή σχέση δόσης–απόκρισης: όσο συχνότερη και μεγαλύτερη ήταν η έκθεση σε φυσικά περιβάλλοντα, τόσο καλύτεροι ήταν οι δείκτες υγείας. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι εάν οι κάτοικοι των πόλεων περνούσαν τουλάχιστον 30 λεπτά την εβδομάδα σε χώρους πρασίνου, θα μπορούσε θεωρητικά να προληφθεί ένα μέρος των περιστατικών κατάθλιψης και υπέρτασης στον πληθυσμό.
Το εύρημα αυτό αποτέλεσε σημείο αναφοράς, γιατί για πρώτη φορά ποσοτικοποιήθηκε η σχέση ανάμεσα στη φύση και την υγεία. Δεν επρόκειτο πλέον για μια γενική αίσθηση ευεξίας, αλλά για έναν παράγοντα που μπορούσε να μετρηθεί επιδημιολογικά.
Τι δείχνουν οι μετα-αναλύσεις
Ένα μεμονωμένο ερευνητικό αποτέλεσμα, όσο σημαντικό κι αν είναι, δεν αρκεί για να αλλάξει την επιστημονική γνώση. Τη μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν οι μετα-αναλύσεις, οι οποίες συνδυάζουν δεδομένα από πολλές ανεξάρτητες μελέτες.
Το 2019, η Nancy Qwynne Lackey και οι συνεργάτες της ανέλυσαν 51 επιστημονικές δημοσιεύσεις που αφορούσαν δραστηριότητες αναψυχής στη φύση. Το συμπέρασμα ήταν εντυπωσιακό: περίπου το 90% των μελετών κατέγραφε τουλάχιστον μία θετική επίδραση στην ψυχική υγεία, όπως μείωση του άγχους, περιορισμό των συμπτωμάτων κατάθλιψης, βελτίωση της διάθεσης ή αύξηση της ψυχικής ανθεκτικότητας.
Την ίδια χρονιά, ο Gregory Bratman και διεθνής ομάδα ερευνητών επιχείρησαν να αποτυπώσουν την επιστημονική συναίνεση σε αυτό το πεδίο. Η ανασκόπησή τους κατέληξε ότι υπάρχουν πλέον ισχυρές ενδείξεις πως οι συνηθισμένες εμπειρίες στη φύση συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας και με χαμηλότερο φορτίο ορισμένων ψυχικών διαταραχών. Οι συγγραφείς υπογράμμισαν ότι τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό των πόλεων και στις πολιτικές δημόσιας υγείας.
Η φύση προκαλεί ή απλώς συνοδεύει την καλή υγεία;
Ένα κρίσιμο επιστημονικό ερώτημα ήταν αν η φύση βελτιώνει πράγματι την υγεία ή αν απλώς οι πιο υγιείς άνθρωποι επιλέγουν να περνούν περισσότερο χρόνο σε φυσικά περιβάλλοντα.
Η Marcia Jimenez και οι συνεργάτες της από το Harvard εξέτασαν πειραματικές μελέτες, στις οποίες οι συμμετέχοντες εκτέθηκαν ελεγχόμενα σε φυσικά περιβάλλοντα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ίδια η έκθεση στη φύση μπορεί να οδηγήσει σε
- βελτίωση της γνωστικής λειτουργίας,
- της προσοχής, της ψυχικής υγείας,
- της ποιότητας του ύπνου και
- ορισμένων καρδιαγγειακών δεικτών.
Αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την πλήρη κατανόηση των μηχανισμών, τα ευρήματα ενισχύουν την υπόθεση ότι η σχέση δεν είναι απλώς συσχετιστική.
Ακόμη και το αστικό πράσινο κάνει τη διαφορά
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της τελευταίας δεκαετίας είναι ότι τα οφέλη δεν περιορίζονται στα παρθένα δάση ή στα εθνικά πάρκα.
Σύμφωνα με ανασκοπήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, οι καλά σχεδιασμένοι αστικοί χώροι πρασίνου μπορούν να μειώσουν το ψυχολογικό στρες, να ενθαρρύνουν τη σωματική δραστηριότητα, να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και να περιορίσουν τις επιπτώσεις της αστικής θερμικής νησίδας. Οι παρεμβάσεις αυτές θεωρούνται πλέον σημαντικό εργαλείο προαγωγής της δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα σε πυκνοκατοικημένες πόλεις.
Νεότερες ανασκοπήσεις επιβεβαιώνουν ότι η ποιότητα και η προσβασιμότητα των χώρων πρασίνου είναι εξίσου σημαντικές με την ποσότητά τους. Ένα ασφαλές, προσβάσιμο και καλοσχεδιασμένο πάρκο μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των ανισοτήτων στην υγεία, ιδίως σε κοινωνικά ευάλωτες ομάδες.
Τα πρώτα ελληνικά δεδομένα
Στην Ελλάδα, η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, ωστόσο τα διαθέσιμα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Μελέτες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών έχουν δείξει ότι η παραμονή σε δασικά οικοσυστήματα μπορεί να μειώσει το αντιλαμβανόμενο στρες και να βελτιώσει τη διάθεση, συνοδευόμενη από ευνοϊκές μεταβολές σε φυσιολογικούς δείκτες που σχετίζονται με την απόκριση του οργανισμού στο στρες.
Παράλληλα, ερευνητικές εργασίες του Πολυτεχνείου Κρήτης αναδεικνύουν τη σημασία των αστικών χώρων πρασίνου για την ψυχική ευεξία, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες που επισκέπτονται συχνότερα πάρκα και άλση αναφέρουν καλύτερη ποιότητα ζωής και μεγαλύτερη κοινωνική αλληλεπίδραση.
Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου οι μεγάλες πόλεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, τα παρατεταμένα κύματα καύσωνα και την περιορισμένη αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο.
Το συμπέρασμα που αναδύεται από τις διεθνείς και ελληνικές μελέτες είναι σαφές: η επένδυση σε ποιοτικούς χώρους πρασίνου δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική ή αισθητική επιλογή. Αποτελεί επένδυση στη δημόσια υγεία, στην πρόληψη και στην ποιότητα ζωής των πολιτών.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν βρισκόμαστε στη φύση;
Αν οι μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες απαντούν στο ερώτημα «αν» η φύση ωφελεί την υγεία, η νευροεπιστήμη επιχειρεί να απαντήσει στο «πώς».
Γιατί ένας περίπατος σε ένα δάσος, σε ένα πάρκο ή δίπλα στη θάλασσα μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε πιο ήρεμοι; Γιατί, έπειτα από λίγη ώρα σε ένα φυσικό περιβάλλον, πολλοί άνθρωποι αναφέρουν ότι σκέφτονται πιο καθαρά, συγκεντρώνονται ευκολότερα και αισθάνονται λιγότερη ψυχική κόπωση;
Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη όλες τις απαντήσεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν διαμορφωθεί δύο από τις σημαντικότερες θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν αυτή τη σχέση: η Υπόθεση της Βιοφιλίας και η Θεωρία Αποκατάστασης της Προσοχής.
Η Βιοφιλία: Η εξελικτική μας μνήμη
Το 1984, ο Αμερικανός βιολόγος Edward O. Wilson διατύπωσε την Υπόθεση της Βιοφιλίας (Biophilia Hypothesis), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι διαθέτουν μια έμφυτη τάση να αναζητούν σύνδεση με τη ζωή και τα φυσικά οικοσυστήματα.
Η θεωρία βασίζεται στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας μας, οι πρόγονοί μας ζούσαν σε φυσικά περιβάλλοντα. Η ικανότητα να αναγνωρίζουν ασφαλή τοπία, να εντοπίζουν νερό, βλάστηση και κατάλληλους τόπους για επιβίωση ήταν καθοριστική για την εξέλιξή τους.
Από αυτή την οπτική, η προτίμησή μας για τα φυσικά τοπία δεν είναι μόνο πολιτισμική ή αισθητική. Ενδέχεται να αποτελεί εξελικτικό χαρακτηριστικό που παραμένει «γραμμένο» στον εγκέφαλό μας.
Αυτό ίσως εξηγεί γιατί εικόνες με δέντρα, νερό ή ανοιχτούς φυσικούς ορίζοντες προκαλούν συχνά θετικά συναισθήματα και αίσθημα ασφάλειας, ακόμη και όταν τις βλέπουμε μέσα από μια φωτογραφία ή μια οθόνη.
Όταν ο εγκέφαλος ξεκουράζεται
Η δεύτερη σημαντική θεωρία είναι η Θεωρία Αποκατάστασης της Προσοχής (Attention Restoration Theory – ART), που διατυπώθηκε από τους ψυχολόγους Rachel και Stephen Kaplan.
Σύμφωνα με αυτή, ο σύγχρονος άνθρωπος καταναλώνει καθημερινά τεράστιο μέρος των γνωστικών του πόρων προσπαθώντας να αγνοήσει αμέτρητα ερεθίσματα: θόρυβο, κυκλοφορία, οθόνες, ειδοποιήσεις, διαφημίσεις και πληροφορίες. Η συνεχής αυτή προσπάθεια οδηγεί σε αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «κόπωση της κατευθυνόμενης προσοχής».
Η φύση λειτουργεί διαφορετικά. Προσελκύει την προσοχή μας με έναν ήπιο, αβίαστο τρόπο, αυτό που οι Kaplan ονόμασαν soft fascination. Δεν απαιτεί συνεχή εγρήγορση ούτε γνωστική προσπάθεια. Έτσι, ο εγκέφαλος έχει την ευκαιρία να «ανακτήσει δυνάμεις», γεγονός που μπορεί να εξηγεί γιατί μετά από έναν περίπατο σε φυσικό περιβάλλον πολλοί άνθρωποι αποδίδουν καλύτερα σε δοκιμασίες μνήμης, συγκέντρωσης και επίλυσης προβλημάτων.
Το σώμα περνά από την ένταση στη χαλάρωση
Η επαφή με τη φύση δεν επηρεάζει μόνο τη σκέψη και τα συναισθήματα. Φαίνεται ότι επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το αυτόνομο νευρικό σύστημα.
Σε καταστάσεις στρες ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο προετοιμάζει τον οργανισμό για την αντίδραση «μάχης ή φυγής». Οι καρδιακοί παλμοί αυξάνονται, η αρτηριακή πίεση ανεβαίνει και ο οργανισμός εκκρίνει κορτιζόλη και άλλες ορμόνες του στρες.
Αντίθετα, η παραμονή σε φυσικά περιβάλλοντα φαίνεται ότι ευνοεί την ενεργοποίηση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται με τη χαλάρωση, την αποκατάσταση και την εξοικονόμηση ενέργειας. Πολλές μελέτες έχουν καταγράψει χαμηλότερους καρδιακούς παλμούς, μείωση της αρτηριακής πίεσης και περιορισμό των επιπέδων κορτιζόλης μετά από παραμονή στη φύση.
Παρότι οι βιολογικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να διερευνώνται, η συνολική εικόνα δείχνει ότι το φυσικό περιβάλλον μπορεί να συμβάλει στη ρύθμιση της φυσιολογικής απόκρισης του οργανισμού στο χρόνιο στρες.
Το ιαπωνικό “δασικό λουτρό”
Η Ιαπωνία ήταν από τις πρώτες χώρες που μετέτρεψαν αυτή τη γνώση σε αντικείμενο συστηματικής έρευνας.
Στη δεκαετία του 1980 αναπτύχθηκε η πρακτική του Shinrin-yoku, που σημαίνει κυριολεκτικά «δασικό λουτρό». Δεν πρόκειται για άσκηση ή πεζοπορία, αλλά για μια συνειδητή, αργή εμβύθιση στο δασικό περιβάλλον, με στόχο την ενεργοποίηση όλων των αισθήσεων.
Οι μελέτες του Ιάπωνα ερευνητή Qing Li, ενός από τους πρωτοπόρους της λεγόμενης «Ιατρικής των Δασών», έδειξαν ότι η παραμονή σε δασικά οικοσυστήματα συνδέεται με μείωση των επιπέδων κορτιζόλης, χαμηλότερη αρτηριακή πίεση και ευνοϊκές μεταβολές σε δείκτες του ανοσοποιητικού συστήματος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έρευνες για τα Natural Killer (NK) κύτταρα, έναν τύπο λεμφοκυττάρων που συμμετέχουν στην άμυνα του οργανισμού απέναντι σε ιούς και παθολογικά κύτταρα. Ορισμένες μελέτες έδειξαν αύξηση της δραστηριότητάς τους μετά από πολυήμερη παραμονή σε δασικό περιβάλλον.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν σημαίνουν πως η φύση αποτελεί θεραπεία για σοβαρές ασθένειες. Αντίθετα, δείχνουν ότι μπορεί να ενισχύει φυσιολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με την υγεία και την ανθεκτικότητα του οργανισμού, γεγονός που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.
Η φύση ως συμπλήρωμα – όχι ως υποκατάστατο
Ένα από τα πιο σημαντικά μηνύματα της σύγχρονης έρευνας είναι ότι η επαφή με τη φύση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως «θαυματουργή θεραπεία». Η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές ή τα χρόνια νοσήματα απαιτούν εξατομικευμένη ιατρική και ψυχολογική αντιμετώπιση.
Η φύση, όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ισχυρός σύμμαχος. Όπως η σωματική άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή, ο επαρκής ύπνος και οι ουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις, έτσι και η συστηματική επαφή με φυσικά περιβάλλοντα φαίνεται ότι ενισχύει την ανθεκτικότητα του οργανισμού απέναντι στις πιέσεις της σύγχρονης ζωής.
Η επιστήμη δεν υποστηρίζει ότι αρκεί μια βόλτα στο πάρκο για να εξαφανιστούν τα προβλήματα της καθημερινότητας. Υποστηρίζει, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό: ότι το φυσικό περιβάλλον αποτελεί έναν παράγοντα υγείας που για δεκαετίες υποτιμήσαμε και που σήμερα επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της έρευνας και των πολιτικών δημόσιας υγείας.
Από την επιστήμη στην καθημερινότητα: Μπορεί η φύση να γίνει μέρος της «συνταγής» για καλύτερη υγεία;
Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα της σύγχρονης έρευνας ίσως δεν είναι ότι η φύση μάς ωφελεί. Είναι ότι τα οφέλη αυτά φαίνεται να προκύπτουν ακόμη και από μικρές, συστηματικές αλλαγές στην καθημερινότητά μας.
Οι επιστήμονες δεν έχουν προσδιορίσει μία μοναδική «ιδανική δόση» επαφής με τη φύση. Ωστόσο, αρκετές μελέτες συγκλίνουν στο ότι ακόμη και 20 έως 30 λεπτά σε έναν χώρο πρασίνου μπορούν να αρχίσουν να ενεργοποιούν ευεργετικές φυσιολογικές και ψυχολογικές αποκρίσεις. Η συχνότητα φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από τις σπάνιες, πολύωρες εξορμήσεις. Ένας καθημερινός περίπατος σε ένα πάρκο ή σε έναν δεντροφυτεμένο δρόμο είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο ωφέλιμος από μία μόνο εκδρομή στη φύση κάθε λίγους μήνες.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι δεν απαιτείται ένα απομονωμένο δάσος ή ένα εντυπωσιακό φυσικό τοπίο για να εμφανιστούν τα οφέλη. Οι περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και οι καλά σχεδιασμένοι αστικοί χώροι πρασίνου μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του στρες, στην ενίσχυση της σωματικής δραστηριότητας και στη βελτίωση της ψυχικής ευεξίας. Η ποιότητα, η ασφάλεια και η εύκολη πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους είναι εξίσου σημαντικές με την έκτασή τους.
Οι “πράσινες συνταγές”
Τα ευρήματα αυτά έχουν αρχίσει να επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η πρόληψη σε ορισμένα συστήματα υγείας.
Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται διεθνώς προγράμματα Nature Prescriptions ή Green Prescriptions, στα οποία επαγγελματίες υγείας ενθαρρύνουν τους ασθενείς να εντάξουν οργανωμένα την επαφή με τη φύση στην καθημερινότητά τους. Δεν πρόκειται για «θεραπεία με δέντρα», ούτε για υποκατάστατο της ιατρικής αγωγής. Αντίθετα, πρόκειται για μια συμπληρωματική προσέγγιση που στοχεύει στη βελτίωση της ψυχικής ευεξίας, στη μείωση της καθιστικής ζωής και στην ενίσχυση της συνολικής υγείας, ιδιαίτερα σε άτομα με χρόνιο στρες ή ήπια προβλήματα ψυχικής υγείας.
Η πρακτική αυτή αξιολογείται ακόμη επιστημονικά και δεν εφαρμόζεται παντού με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, αντικατοπτρίζει μια σημαντική αλλαγή στη φιλοσοφία της δημόσιας υγείας: η πρόληψη δεν αφορά μόνο τα φάρμακα και τις ιατρικές πράξεις, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε.
Το στοίχημα των ελληνικών πόλεων
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα.
Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και άλλες μεγάλες πόλεις αντιμετωπίζουν ολοένα συχνότερα έντονα κύματα καύσωνα, αυξημένη ατμοσφαιρική ρύπανση και περιορισμένη διαθεσιμότητα χώρων πρασίνου. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα των κατοίκων, ιδιαίτερα των ηλικιωμένων, των παιδιών και των ατόμων με χρόνια νοσήματα.
Η δημιουργία νέων πάρκων, η προστασία των περιαστικών δασών, η ενίσχυση των δενδροφυτεύσεων και η ανάκτηση ελεύθερων δημόσιων χώρων δεν αποτελούν μόνο περιβαλλοντικές παρεμβάσεις. Αποτελούν μέτρα δημόσιας υγείας, καθώς μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της θερμικής καταπόνησης, να ενθαρρύνουν τη φυσική δραστηριότητα και να βελτιώσουν την ψυχική ευεξία των κατοίκων.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι οι αστικοί χώροι πρασίνου πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του πολεοδομικού σχεδιασμού, ακριβώς επειδή συνδέονται με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, το περιβάλλον και την κοινωνική συνοχή.
Το πραγματικό μήνυμα της επιστήμης
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα όλων αυτών των ερευνών είναι ότι η φύση δεν αποτελεί μια πολυτέλεια που αφορά όσους έχουν την τύχη να ζουν δίπλα σε δάση ή παραλίες.
Είναι ένας βασικός παράγοντας του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εξελίχθηκε ο άνθρωπος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια βόλτα σε ένα πάρκο μπορεί να θεραπεύσει την κατάθλιψη ή να αντικαταστήσει την ιατρική φροντίδα. Σημαίνει όμως ότι η συστηματική επαφή με φυσικά περιβάλλοντα μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του οργανισμού απέναντι στο χρόνιο στρες και να λειτουργήσει συμπληρωματικά μαζί με άλλους τεκμηριωμένους παράγοντες υγείας, όπως η άσκηση, ο ποιοτικός ύπνος, η ισορροπημένη διατροφή και οι ουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις.
Η σύγχρονη επιστήμη δεν επιστρέφει σε μια ρομαντική αντίληψη που εξιδανικεύει τη φύση. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη υγεία διαμορφώνεται από ένα πλέγμα βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Μέσα σε αυτό το πλέγμα, η πρόσβαση σε ποιοτικούς φυσικούς χώρους φαίνεται ότι αποτελεί έναν κρίκο που για πολλά χρόνια υποτιμήσαμε.
Τελικό συμπέρασμα
Σε μια εποχή όπου η ζωή γίνεται ολοένα πιο γρήγορη, πιο ψηφιακή και πιο αστικοποιημένη, η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως δεν είναι να ανακαλύψουμε νέους τρόπους διαφυγής από την καθημερινότητα. Ίσως είναι να επανασυνδεθούμε με κάτι που δεν χάσαμε ποτέ πραγματικά.
Η φύση δεν είναι απλώς το σκηνικό των διακοπών μας ούτε ένας προορισμός για τα Σαββατοκύριακα. Είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η ανθρώπινη βιολογία και εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν ο εγκέφαλος, το σώμα και η ψυχική μας ισορροπία.
Όσο η επιστήμη φωτίζει αυτή τη σχέση, τόσο γίνεται πιο ξεκάθαρο ότι η προστασία των δασών, των πάρκων, των ακτών και των φυσικών οικοσυστημάτων δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση. Αποτελεί επένδυση στη δημόσια υγεία, στην ποιότητα ζωής και στην ανθεκτικότητα των κοινωνιών απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος.
Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη υπενθύμιση που μας προσφέρει η σύγχρονη έρευνα να είναι και η πιο απλή: μέσα στον θόρυβο των πόλεων και στην πίεση της καθημερινότητας, λίγη περισσότερη φύση δεν είναι μια πολυτέλεια. Είναι μια ανάγκη που ο άνθρωπος κουβαλά από την αρχή της ιστορίας του.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]