Στην αντιμετώπιση ενός ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, κάθε λεπτό μετράει. Όσο περισσότερο παραμένει ανεπαρκής η αιμάτωση μιας περιοχής του εγκεφάλου, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μη αναστρέψιμης εγκεφαλικής βλάβης και μόνιμης αναπηρίας.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο ασθενής φτάνει στο νοσοκομείο αφού έχει περάσει το πρώτο 24ωρο; Έχει χαθεί οριστικά η δυνατότητα να αφαιρεθεί ο θρόμβος και να διασωθεί εγκεφαλικός ιστός;
Μια νέα τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή δείχνει ότι, σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς, η μηχανική θρομβεκτομή μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργική αποκατάσταση ακόμη και όταν πραγματοποιείται 24 έως 72 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων.
Τα αποτελέσματα της μελέτης LATE-MT, που δημοσιεύθηκαν στις 23 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό The New England Journal of Medicine, υποδεικνύουν ότι το όριο των 24 ωρών δεν αποκλείει απαραίτητα κάθε θεραπευτικό όφελος. Αναδεικνύουν, ωστόσο, και σημαντικούς κινδύνους, καθώς οι ασθενείς που υποβλήθηκαν στην επέμβαση εμφάνισαν περισσότερες εγκεφαλικές αιμορραγίες και υψηλότερη θνησιμότητα.
Πώς η θρομβεκτομή μπορεί να περιορίσει την εγκεφαλική βλάβη
Το ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο προκαλείται όταν ένας θρόμβος αποφράσσει ένα αιμοφόρο αγγείο, εμποδίζοντας την παροχή αίματος και οξυγόνου σε μια περιοχή του εγκεφάλου.
Η μηχανική θρομβεκτομή αποτελεί μια ελάχιστα επεμβατική ενδοαγγειακή θεραπεία. Οι γιατροί εισάγουν έναν λεπτό καθετήρα σε αρτηρία, συνήθως από τη βουβωνική χώρα ή τον καρπό, και τον κατευθύνουν μέχρι το σημείο της απόφραξης. Εκεί, με ειδικές συσκευές, επιχειρούν να αφαιρέσουν τον θρόμβο και να αποκαταστήσουν την αιματική ροή.
Η θεραπεία έχει καθιερωθεί για συγκεκριμένες περιπτώσεις οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου λόγω απόφραξης μεγάλου αγγείου. Σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να εφαρμοστεί έως και 24 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων ή την τελευταία χρονική στιγμή κατά την οποία ο ασθενής ήταν γνωστό ότι βρισκόταν στη φυσιολογική του κατάσταση.
Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες της European Stroke Organisation (ESO) και της European Society for Minimally Invasive Neurological Therapy (ESMINT) αναγνωρίζουν τη σημασία της επιλογής ασθενών με βάση κλινικά και απεικονιστικά κριτήρια, ιδιαίτερα όταν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από την εμφάνιση του εγκεφαλικού.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, τα επιστημονικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της θρομβεκτομής μετά το πρώτο 24ωρο παρέμεναν περιορισμένα.
Τι έδειξε η μελέτη σε 336 ασθενείς
Η LATE-MT πραγματοποιήθηκε σε 35 εξειδικευμένα κέντρα αντιμετώπισης εγκεφαλικών επεισοδίων στην Κίνα και περιέλαβε 336 ενήλικες με ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο από απόφραξη μεγάλου αγγείου της πρόσθιας εγκεφαλικής κυκλοφορίας.
Βασική προϋπόθεση συμμετοχής ήταν οι απεικονιστικές εξετάσεις να δείχνουν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει εγκεφαλικός ιστός που μπορούσε δυνητικά να διασωθεί, παρά την καθυστέρηση στην αντιμετώπιση.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες των 168 ατόμων:
- η πρώτη υποβλήθηκε σε μηχανική θρομβεκτομή σε συνδυασμό με την καθιερωμένη ιατρική φροντίδα, ενώ
- η δεύτερη έλαβε μόνο τη συνήθη θεραπεία.
Η θρομβεκτομή πραγματοποιήθηκε εντός του χρονικού παραθύρου των 24 έως 72 ωρών. Ο διάμεσος χρόνος από την έναρξη των συμπτωμάτων ή την τελευταία στιγμή που ο ασθενής ήταν γνωστό ότι ήταν καλά έως την τυχαιοποίηση ήταν 38,5 ώρες.
Η συνήθης φροντίδα περιλάμβανε την κατάλληλη φαρμακευτική αντιμετώπιση και τη νοσοκομειακή υποστήριξη, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς.
Καλύτερη αποκατάσταση τρεις μήνες μετά το εγκεφαλικό
Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη λειτουργική κατάσταση των ασθενών 90 ημέρες μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο, χρησιμοποιώντας την τροποποιημένη κλίμακα Rankin (modified Rankin Scale).
Πρόκειται για ένα διεθνώς αναγνωρισμένο εργαλείο που αποτυπώνει τον βαθμό αναπηρίας και την ικανότητα του ασθενούς να ανταποκρίνεται στις καθημερινές δραστηριότητες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θρομβεκτομή είχαν συνολικά καλύτερη λειτουργική έκβαση από εκείνους που έλαβαν μόνο τη συνήθη θεραπεία.
Περίπου το 49% των ασθενών στην ομάδα της θρομβεκτομής είχε ανακτήσει λειτουργική ανεξαρτησία έπειτα από 90 ημέρες, έναντι περίπου 35% στην ομάδα ελέγχου.
Επιπλέον, το 26,9% όσων υποβλήθηκαν στην επέμβαση δεν εμφάνιζε σημαντική αναπηρία, σε σύγκριση με το 15,6% εκείνων που δεν υποβλήθηκαν σε θρομβεκτομή.
Η στατιστική ανάλυση του κύριου καταληκτικού σημείου επιβεβαίωσε ευνοϊκότερη κατανομή των βαθμολογιών λειτουργικής αποκατάστασης στην ομάδα της επέμβασης.
Τα ευρήματα υποστηρίζουν την πιθανότητα ότι ορισμένοι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν από την αποκατάσταση της αιματικής ροής ακόμη και αρκετές ώρες μετά το καθιερωμένο θεραπευτικό παράθυρο.
Οι σοβαροί κίνδυνοι: Αιμορραγία και υψηλότερη θνησιμότητα
Το θεραπευτικό όφελος, ωστόσο, συνοδεύτηκε από αυξημένους κινδύνους.
Συμπτωματική ενδοκρανιακή αιμορραγία καταγράφηκε στο 4,8% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θρομβεκτομή, ενώ δεν σημειώθηκε κανένα αντίστοιχο περιστατικό στην ομάδα ελέγχου.
Πρόκειται για μια σοβαρή επιπλοκή, κατά την οποία η αιμορραγία μέσα στο κρανίο συνοδεύεται από κλινικά συμπτώματα και μπορεί να επιδεινώσει τη νευρολογική κατάσταση του ασθενούς.
Ανησυχητική ήταν και η διαφορά στη θνησιμότητα κατά τις πρώτες 90 ημέρες:
- 6% στην ομάδα της θρομβεκτομής.
- 1,8% στην ομάδα που έλαβε μόνο τη συνήθη θεραπεία.
Οι συγγραφείς της μελέτης καταλήγουν ότι η ενδοαγγειακή θεραπεία βελτίωσε τη λειτουργική αποκατάσταση, αλλά συνδέθηκε με υψηλότερο κίνδυνο ενδοκρανιακής αιμορραγίας και θανάτου.
Επομένως, η απόφαση για θρομβεκτομή μετά τις 24 ώρες δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην πιθανότητα καλύτερης αποκατάστασης. Απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση του αναμενόμενου οφέλους σε σχέση με τους κινδύνους για κάθε ασθενή.
Γιατί οι 24 ώρες δεν είναι πάντα το απόλυτο όριο
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της LATE-MT είναι η ανάδειξη του ρόλου της απεικόνισης του εγκεφάλου στην επιλογή της θεραπείας. Η βλάβη που προκαλεί ένα ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλους τους ανθρώπους.
Σε ορισμένους ασθενείς, η παράπλευρη κυκλοφορία του αίματος μπορεί να διατηρεί ένα μέρος του εγκεφαλικού ιστού βιώσιμο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Έτσι, ακόμη και όταν η κύρια αρτηρία παραμένει αποφραγμένη, ενδέχεται να υπάρχει περιοχή που δεν έχει υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η απεικονιστική αξιολόγηση μπορεί να προσφέρει κρίσιμες πληροφορίες πέρα από τον χρόνο που έχει περάσει από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Η νέα μελέτη ενισχύει αυτή την προσέγγιση, χωρίς όμως να αποδεικνύει ότι όλοι οι ασθενείς που φτάνουν καθυστερημένα στο νοσοκομείο πρέπει να υποβάλλονται σε θρομβεκτομή.
Τα αποτελέσματα αφορούν συγκεκριμένη κατηγορία ασθενών, με απόφραξη μεγάλου αγγείου και απεικονιστικά επιβεβαιωμένο διασώσιμο εγκεφαλικό ιστό. Επιπλέον, η δοκιμή πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά στην Κίνα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την περαιτέρω αξιολόγηση των ευρημάτων σε διαφορετικούς πληθυσμούς και συστήματα υγείας.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τους ασθενείς
Η LATE-MT δημιουργεί μια νέα προοπτική για ανθρώπους που φτάνουν στο νοσοκομείο μετά το πρώτο 24ωρο, αλλά εξακολουθούν να έχουν εγκεφαλικό ιστό που ενδέχεται να διασωθεί.
Δεν αλλάζει, ωστόσο, τον βασικό κανόνα αντιμετώπισης του εγκεφαλικού επεισοδίου: η αναζήτηση ιατρικής βοήθειας πρέπει να είναι άμεση.
Η αιφνίδια αδυναμία στη μία πλευρά του σώματος, η ασυμμετρία του προσώπου, η δυσκολία στην ομιλία, η ξαφνική διαταραχή της όρασης ή η απώλεια ισορροπίας αποτελούν συμπτώματα που απαιτούν επείγουσα αξιολόγηση.
Στην Ελλάδα, η άμεση κλήση στο 166 ή στο 112 είναι καθοριστική για την κινητοποίηση των υπηρεσιών επείγουσας βοήθειας.
Ακόμη και αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν, δεν πρέπει να αγνοηθούν. Η γρήγορη μεταφορά σε κατάλληλο νοσοκομείο επιτρέπει στους γιατρούς να προσδιορίσουν τον τύπο του εγκεφαλικού επεισοδίου και τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.
Το μήνυμα της νέας μελέτης δεν είναι ότι υπάρχει πλέον περιθώριο αναμονής έως και τρεις ημέρες. Είναι ότι, ακόμη και όταν έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μπορούν να ωφεληθούν από μια θεραπεία που μέχρι σήμερα εφαρμοζόταν σε στενότερα χρονικά όρια.
Το ζητούμενο για την επιστημονική κοινότητα είναι να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιοι ασθενείς μπορούν πραγματικά να ωφεληθούν, χωρίς να εκτεθούν σε δυσανάλογους κινδύνους.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]