
«Το όνομά μου είναι Μποντ. Τζέιμς Μποντ». Με τη χαρακτηριστική σκωτσέζικη προφορά του, ο Σον Κόνερι ήταν ο πρώτος ηθοποιός που είπε την πιο διάσημη ατάκα στην ιστορία του κινηματογράφου. Για εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο, ήταν και παραμένει ο απόλυτος πράκτορας 007.
Ένας συνδυασμός γοητείας, αυτοπεποίθησης, επικινδυνότητας και ακαταμάχητης κομψότητας. Έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, στις 31 Οκτωβρίου 2020, ο Σον Κόνερι, ο απόλυτος Τζέιμς Μποντ, παραμένει μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Η διαδρομή του, ωστόσο, μέχρι την κορυφή του Χόλιγουντ δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Ο άνθρωπος που έμελλε να ταυτιστεί με τον πιο διάσημο μυστικό πράκτορα της μεγάλης οθόνης ξεκίνησε από μια φτωχή γειτονιά του Εδιμβούργου, έκανε δουλειές του ποδαριού και λίγο έλειψε να ακολουθήσει μία εντελώς διαφορετική πορεία.
Από γαλατάς στο Εδιμβούργο και παραλίγο ποδοσφαιριστής, ο πρώτος Τζέιμς Μποντ
Ο Τόμας Σον Κόνερι γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1930 στην περιοχή Φάουντενμπριτζ του Εδιμβούργου. Ήταν ο μεγαλύτερος από τους δύο γιους μιας εργατικής οικογένειας και εγκατέλειψε το σχολείο σε μικρή ηλικία, αναζητώντας από νωρίς το δικό του μεροκάματο.
Η πρώτη του δουλειά ήταν γαλατάς, μοιράζοντας γάλα με ένα κάρο που το έσερνε άλογο. Στα 16 του κατατάχθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας, όμως τρία χρόνια αργότερα απολύθηκε για ιατρικούς λόγους, καθώς αντιμετώπιζε πρόβλημα με έλκος στο στομάχι.
Στη συνέχεια έκανε πολλές διαφορετικές δουλειές: εργάστηκε ως οικοδόμος, ναυαγοσώστης, ενώ πόζαρε ακόμη και ως μοντέλο για φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών του Εδιμβούργου. Το 1950 συμμετείχε στον διαγωνισμό Mr Universe, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στην κατηγορία των ψηλών ανδρών. Με ύψος 1,88 μέτρα, είχε ήδη αρχίσει να ξεχωρίζει για την επιβλητική του παρουσία.
Υπήρχε και το ποδόσφαιρο. Ο Σερ Ματ Μπάσμπι, τότε προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, εντυπωσιάστηκε από τις επιδόσεις του σε έναν φιλικό αγώνα και του πρότεινε συμβόλαιο. Ο Κόνερι, ωστόσο, επέλεξε να μην ακολουθήσει επαγγελματικά το ποδόσφαιρο, θεωρώντας ότι η καριέρα ενός αθλητή θα ήταν σύντομη.
Η πρώτη σημαντική κινηματογραφική εμφάνισή του ήρθε το 1957, στην ταινία No Road Back. Πέντε χρόνια αργότερα, όμως, θα ερχόταν ο ρόλος που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του.
Το 1962 οι παραγωγοί Άλμπερτ Μπρόκολι και Χάρι Σάλτζμαν είχαν αποφασίσει να μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη το κατασκοπευτικό μυθιστόρημα του Ίαν Φέμινγκ «Dr. No», όπου ο κεντρικός ήρωας λεγόταν Τζέιμς Μποντ. Ο Σον Κόνερι επιλέχθηκε για να τον ενσαρκώσει. Εκείνη την εποχή ήταν ένας σχετικά άγνωστος ηθοποιός, χωρίς την αίγλη που θα αποκτούσε αργότερα.
Η επιλογή του, μάλιστα, δεν είχε γίνει εξαρχής δεκτή με ενθουσιασμό από τον δημιουργό του χαρακτήρα, Ίαν Φλέμινγκ. Ο συγγραφέας θεωρούσε αρχικά ότι ο Κόνερι δεν διέθετε την απαραίτητη εκλεπτυσμένη παρουσία για να υποδυθεί τον Βρετανό πράκτορα και τον είχε χαρακτηρίσει «υπερβολικά μεγαλόσωμο κασκαντέρ».

Η ερμηνεία του, ωστόσο, τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Εντυπωσιασμένος από τον τρόπο με τον οποίο ο Σκωτσέζος ηθοποιός έδωσε ζωή στον χαρακτήρα, ο Φλέμινγκ ενσωμάτωσε αργότερα σκωτσέζικες ρίζες στη λογοτεχνική ιστορία του Μποντ. Η ταινία έκανε τεράστια επιτυχία και η καριέρα του Κόνερι εκτινάχτηκε.
Ο Κόνερι υποδύθηκε τον 007 συνολικά επτά φορές, στις ταινίες:
- Dr. No (1962)
- From Russia with Love (1963)
- Goldfinger (1964)
- Thunderball (1965)
- You Only Live Twice (1967)
- Diamonds Are Forever (1971)
- Never Say Never Again (1983)
Το Goldfinger θεωρείται από πολλούς μία από τις κορυφαίες ταινίες ολόκληρης της σειράς, ενώ η ερμηνεία του Κόνερι καθιέρωσε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό οι επόμενοι ηθοποιοί που φόρεσαν το κοστούμι του 007.
Παρά την τεράστια επιτυχία, ο ίδιος αποφάσισε να αποχωρήσει από τον ρόλο μετά το «You Only Live Twice» το 1967. Είχε κουραστεί από την επανάληψη των σεναρίων και τη διαρκή ταύτισή του με τον χαρακτήρα. Επέστρεψε τελικά το 1971, όταν ο διάδοχός του, Τζορτζ Λέιζενμπι, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες.
Το 1983, για πρώτη φορά στην ιστορία του 007, στις αίθουσες βγήκαν δύο ταινίες με τον Μποντ η καθεμία με διαφορετικούς πρωταγωνιστές στον ρόλο του πράκτορα και προερχόμενες από διαφορετικά στούντιο. Η «Επιχείρηση: Οκτάπουσι» με τον Ρότζερ Μουρ και το «Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ» με τον Κόνερι.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που ο Κόνερι υποδύθηκε τον 007 και παρόλο που η ταινία δεν θεωρείται ότι ανήκει στην κλασική σειρά, ήταν η εκδίκηση του ηθοποιού απέναντι στους παραγωγούς του.
Η ζωή μετά τον 007 και το Όσκαρ
Παρότι ο Τζέιμς Μποντ ήταν ο ρόλος που τον έκανε παγκόσμιο σταρ, ο Σον Κόνερι δεν περιορίστηκε ποτέ σε αυτόν.
Η καριέρα του εκτεινόταν σε επτά δεκαετίες και περιλάμβανε σημαντικές κινηματογραφικές επιτυχίες, όπως τα Highlander, The Rock και Indiana Jones and the Last Crusade, όπου υποδύθηκε τον πατέρα του Ιντιάνα Τζόουνς, καθηγητή Χένρι Τζόουνς.
Η μεγάλη επιστροφή του στην κορυφή ήρθε το 1987 με την ταινία «The Untouchables».
Στον ρόλο του Τζιμ Μαλόουν, ενός σκληροτράχηλου Ιρλανδοαμερικανού αστυνομικού που συμμετέχει στον αγώνα κατά του Αλ Καπόνε, απέσπασε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου, επιβεβαιώνοντας ότι η αξία του ξεπερνούσε κατά πολύ τον μύθο του 007. Στην απονομή το κοινό τον χειροκροτούσε για αρκετή ώρα και ο ίδιος είχε πει πως μάλλον το χρυσό αγαλματίδιο το πήρε για τη συνολική του προσφορά, παρά για τη συγκεκριμένη ερμηνεία.
Το 1989, στα 59 του, το περιοδικό People τον ανακήρυξε τον πιο σέξι άνδρα στον κόσμο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε με το χαρακτηριστικό χιούμορ του: «Ε, δεν υπάρχουν και πολλοί σέξι νεκροί άνδρες, έτσι δεν είναι;».
Αν και ήταν από τους πιο προβεβλημένους ηθοποιούς της γενιάς του, με πάνω από εβδομήντα ταινίες στο ενεργητικό του και αμέτρητες επιτυχίες, ο Κόνερι δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τη δημοσιότητα. Είχε πάντα τη φήμη του «δύσκολου», αρνιόταν να δίνει συνεντεύξεις, ενώ πάντα απέφευγε τις πολλές εμφανίσεις, πράγμα που όπως ο ίδιος έχει δηλώσει μάλλον είχε επίπτωση στη δουλειά του αφού του στέρησε, κατά τη γνώμη του, πολλά βραβεία.
Παντρεύτηκε δύο φορές. Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Βρετανίδα ηθοποιός Νταϊάν Σιλέντο, με την οποία είχε μια θυελλώδη σχέση. Εκείνη στην αυτοβιογραφία της τον είχε κατηγορήσει για ψυχολογική και σωματική κακοποίηση, πράγμα που ο Κόνερι έσπευσε να διαψεύσει δηλώνοντας πως είναι κατά της βίας. Μαζί της απέκτησε έναν γιο τον Τζέισον.
Η δεύτερη γυναίκα του ήταν η Γαλλομαροκινή ζωγράφος Μισελίν Ροκμπρίν, με την οποία έμεινε παντρεμένος 45 χρόνια και η οποία είχε έναν γιο από τον πρώτο της γάμο, τον Στεφάν Κόνερι.

Ο Σκωτσέζος που δεν ξέχασε ποτέ την πατρίδα του
Το 2000 η βασίλισσα Ελισάβετ τον έχρισε ιππότη, απονέμοντάς του τον τίτλο του Σερ. Η απονομή φέρεται να είχε καθυστερήσει λόγω της έντονης υποστήριξής του στην ανεξαρτησία της Σκωτίας και στο Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP).
Το 2006 τιμήθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου για τη συνολική προσφορά του στην 7η τέχνη, ενώ το 2009 έλαβε τιμητικό διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Edinburgh Napier για τα επιτεύγματά του στην υποκριτική.
Παρά τα χρόνια που πέρασε μακριά από την πατρίδα του, ο Κόνερι δεν έχασε ποτέ τη χαρακτηριστική σκωτσέζικη προφορά του. Ζώντας στις Μπαχάμες, παρέμεινε ένθερμος υποστηρικτής της ανεξαρτησίας της Σκωτίας.
Μάλιστα, είχε δύο τατουάζ που αποτύπωναν τους ισχυρούς δεσμούς του με την οικογένεια και την πατρίδα του: το ένα έγραφε «Mum and Dad» και το άλλο «Scotland Forever».

Όταν ο Σον Κόνερι απήγγειλε την «Ιθάκη» του Καβάφη
Το 2004, ο Κόνερι έκανε μια συγκλονιστική απαγγελία της «Ιθάκης» του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη με μουσική επένδυση του διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου.
«Είναι μια υπέροχη ιστορία, από τις ωραιότερες που έχω συναντήσει και κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι έχω διαβάσει», είχε πει για την «Ιθάκη», ενώ για τον Καβάφη είχε τονίσει ότι «είναι σοφός, απλός, που είναι ο καλύτερος τρόπος να ακολουθεί κανείς και απευθύνεται πραγματικά στον κόσμο».
Το cd με την ώριμη απαγγελία του Σον Κόνερι, συνόδευε το βιβλίο της συζύγου του Μισελίν Ροκμπρίν – Κόνερι «A journey icolour» (εκδόσεις Αθηναΐς), το οποίο περιελάμβανε ζωγραφικά της έργα, μια ματιά στις στιγμές της καθημερινότητας μέσα από τη ζωγραφική.
Όλα τα έσοδα και τα δικαιώματα του Σον Κόνερι, της Μισελίν Κόνερι και του Βαγγέλη Παπαθανασίου από τις πωλήσεις του βιβλίου και του cd, είχαν διατεθεί στον φιλανθρωπικό σύλλογο «Οι φίλοι του παιδιού».
Ο Σον Κόνερι πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 2020, σε ηλικία 90 ετών, στις Μπαχάμες και οι αιτίες που αναφέρονται στο πιστοποιητικό θανάτου του ήταν η πνευμονία, η αναπνευστική ανεπάρκεια, το γήρας και η κολπική μαρμαρυγή.
«Είχε άνοια και τον είχε καταβάλει», δήλωσε η σύζυγός του. «Η τελευταία του επιθυμία ήταν να φύγει ήσυχα». «Τουλάχιστον πέθανε στον ύπνο του και ήταν τόσο γαλήνιο. Ήμουν μαζί του όλη την ώρα και απλώς έφυγε. Ήταν αυτό που ήθελε» συμπλήρωσε.
To άρθρο Σον Κόνερι: Έξι χρόνια χωρίς τον απόλυτο Τζέιμς Μποντ – Όταν ο 007 απήγγειλε την «Ιθάκη» του Καβάφη δημοσιεύτηκε στο NewsIT .