Ένας σημαντικός παράγοντας που μπορεί να ενισχύει τη μικροβιακή αντοχή βρίσκεται σε ένα σημείο των νοσοκομείων που σπάνια απασχολεί τη δημόσια συζήτηση: στους αποχετευτικούς αγωγούς τους.
Αντιβιοτικά που χορηγούνται στους ασθενείς αποβάλλονται εν μέρει από τον οργανισμό και καταλήγουν στα λύματα. Εκεί, σύμφωνα με νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ στη Σουηδία, ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την επικράτηση ανθεκτικών βακτηρίων.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, εντοπίζει δύο αντιβιοτικά με καθοριστικό ρόλο στο φαινόμενο: τη σιπροφλοξασίνη και την κεφοταξίμη.
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα πρέπει να αποφεύγονται όταν είναι ιατρικά απαραίτητα. Αναδεικνύουν, όμως, την ανάγκη να εξεταστεί πιο συστηματικά τι συμβαίνει στα νοσοκομειακά λύματα, προτού αυτά φτάσουν στις δημοτικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας.
Τι έδειξε η έρευνα σε 10 νοσοκομεία της Σουηδίας
Οι ερευνητές μελέτησαν λύματα από 10 νοσοκομεία σε οκτώ σουηδικές πόλεις, καθώς και δείγματα από δημοτικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων.
Τα εργαστηριακά πειράματα έδειξαν ότι τα λύματα και των 10 νοσοκομείων μπορούσαν να ευνοήσουν την επικράτηση ανθεκτικών βακτηρίων Escherichia coli (E. coli). Αντίστοιχη στατιστικά σημαντική επίδραση δεν διαπιστώθηκε στα δημοτικά δείγματα που εξετάστηκαν.
Η διαφορά είναι ουσιαστική: υποδεικνύει ότι η επιλογή ανθεκτικών βακτηρίων μπορεί να πραγματοποιείται ήδη μέσα στο νοσοκομειακό αποχετευτικό δίκτυο.
Η «επιλογή αντοχής» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα ευαίσθητο βακτήριο μετατρέπεται εκείνη τη στιγμή σε ανθεκτικό. Σημαίνει ότι, παρουσία ενός αντιβιοτικού, τα βακτήρια που διαθέτουν ήδη μηχανισμούς αντοχής μπορεί να αποκτούν πλεονέκτημα επιβίωσης και πολλαπλασιασμού έναντι των ευαίσθητων.
Ο Joakim Larsson, καθηγητής Περιβαλλοντικής Φαρμακολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και μέλος της ερευνητικής ομάδας, υπογραμμίζει τη σημασία της άμεσης τεκμηρίωσης τέτοιων επιδράσεων υπό πραγματικές περιβαλλοντικές συνθήκες.
Σιπροφλοξασίνη και κεφοταξίμη: Πώς ευνοούν την αντοχή
Η σιπροφλοξασίνη ανήκει στις φθοριοκινολόνες, ενώ η κεφοταξίμη είναι κεφαλοσπορίνη τρίτης γενιάς, από την ευρύτερη οικογένεια των β-λακταμικών αντιβιοτικών.
Συνδυάζοντας χημικές αναλύσεις των λυμάτων, πειράματα με βακτηριακά στελέχη και στοιχεία για τη χρήση αντιβιοτικών στα νοσοκομεία, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι δύο ουσίες αποτελούν βασικούς παράγοντες επιλογής ανθεκτικότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η έκθεση σε ένα από τα δύο αντιβιοτικά μπορεί να ευνοήσει βακτήρια που είναι ανθεκτικά και σε άλλες κατηγορίες φαρμάκων. Πρόκειται για το φαινόμενο της συνεπιλογής αντοχής, το οποίο μπορεί να ενισχύει την επικράτηση πολυανθεκτικών μικροοργανισμών.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα στοιχεία για τη σιπροφλοξασίνη είναι ισχυρότερα στο σύνολο των νοσοκομείων. Για την κεφοταξίμη, η αξιολόγηση ορισμένων δειγμάτων επηρεάστηκε από τη διαδικασία κατάψυξης και απόψυξης, η οποία μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις β-λακταμικών αντιβιοτικών. Ωστόσο, η συμμετοχή της κεφοταξίμης τεκμηριώθηκε με πρόσθετες αναλύσεις στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Sahlgrenska.
Τα βιοϋμένια στους σωλήνες και ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τα βιοϋμένια (biofilms), δηλαδή τις κοινότητες μικροοργανισμών που προσκολλώνται σε επιφάνειες και σχηματίζουν προστατευτικά στρώματα. Τέτοια βιοϋμένια αναπτύσσονται και στο εσωτερικό των αποχετευτικών αγωγών.
Οι επιστήμονες τοποθέτησαν ειδικές επιφάνειες μέσα σε αποχετευτικά δίκτυα, ώστε να σχηματιστούν βιοϋμένια υπό πραγματικές συνθήκες. Στη συνέχεια συνέκριναν τα βακτήρια που εντοπίστηκαν σε αυτά με εκείνα που υπήρχαν στα αντίστοιχα λύματα.
Στα νοσοκομειακά δείγματα, η αναλογία των E. coli που ήταν ανθεκτικά στη σιπροφλοξασίνη ήταν περίπου 3,1 φορές υψηλότερη στα βιοϋμένια σε σχέση με τα λύματα. Για την κεφοταξίμη, η αντίστοιχη αναλογία ήταν περίπου 3,5 φορές υψηλότερη.
Στα δημοτικά σημεία δειγματοληψίας δεν καταγράφηκε ανάλογη στατιστικά σημαντική αύξηση. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι νοσοκομειακοί αποχετευτικοί αγωγοί δεν λειτουργούν μόνο ως διαδρομές μεταφοράς αποβλήτων, αλλά μπορούν να αποτελούν περιβάλλοντα όπου ευνοούνται ανθεκτικοί μικροοργανισμοί.
Μικροβιακή αντοχή: Η ανησυχητική εικόνα στην Ευρώπη
Η σημασία της νέας έρευνας γίνεται μεγαλύτερη αν συνυπολογιστεί η επιβάρυνση που προκαλεί ήδη η μικροβιακή αντοχή στα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας.
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κινείται με τον απαιτούμενο ρυθμό προς τους στόχους περιορισμού της μικροβιακής αντοχής έως το 2030.
Το ECDC κατα- ότι, μεταξύ 2019 και 2024, η εκτιμώμενη επίπτωση λοιμώξεων του αίματος από E. coli ανθεκτικό στις κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς αυξήθηκε κατά 5,9% στην ΕΕ, αντί να μειωθεί.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξέλιξη των λοιμώξεων του αίματος από Klebsiella pneumoniae ανθεκτική στις καρβαπενέμες, για τις οποίες η εκτιμώμενη επίπτωση αυξήθηκε κατά περισσότερο από 60% την ίδια περίοδο.
Οι καρβαπενέμες αποτελούν σημαντική θεραπευτική επιλογή για σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις. Όταν τα βακτήρια εμφανίζουν αντοχή και σε αυτές, οι διαθέσιμες θεραπείες περιορίζονται σημαντικά.
Τα ευρωπαϊκά αυτά στοιχεία δεν συνδέουν τις συγκεκριμένες λοιμώξεις με τα νοσοκομειακά λύματα. Αποτυπώνουν, ωστόσο, τη σοβαρότητα του προβλήματος στο οποίο επιχειρεί να συμβάλει η σουηδική μελέτη.
Τι δείχνουν τα επιστημονικά δεδομένα για την Ελλάδα
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα σοβαρές προκλήσεις στη μικροβιακή αντοχή.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ελλάδα, τα ποσοστά αντοχής σε ορισμένα σημαντικά νοσοκομειακά παθογόνα υπερβαίνουν αισθητά τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.
Ενδεικτικά, στα στοιχεία αυτά η αντοχή του E. coli στις κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς καταγράφεται στο 23,3% στην Ελλάδα, έναντι 14,3% στην ΕΕ και στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Για την Klebsiella pneumoniae με αντοχή στις καρβαπενέμες, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 72% και 10,9%.
Τα ποσοστά αφορούν την αντοχή συγκεκριμένων βακτηριακών απομονώσεων και όχι το ποσοστό των ασθενών που νοσούν.
Η σοβαρότητα της κατάστασης επισημαίνεται και στην έκθεση του ECDC μετά την επίσκεψη εμπειρογνωμόνων στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 2024, η οποία εξετάζει τις προκλήσεις στην πρόληψη των λοιμώξεων, στην επιτήρηση της αντοχής και στην ορθολογική χρήση αντιβιοτικών.
Από την ελληνική πλευρά, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) εξηγεί ότι η μικροβιακή αντοχή αποτελεί φυσικό βιολογικό φαινόμενο, το οποίο όμως επιταχύνεται από την υπερβολική και ανεξέλεγκτη χρήση αντιβιοτικών.
Ο οργανισμός τονίζει επίσης τη σημασία της τήρησης των μέτρων υγιεινής και πρόληψης για τον περιορισμό της διασποράς ανθεκτικών μικροοργανισμών στα νοσοκομεία.
Στην ελληνική έκθεση για τις νοσοκομειακές λοιμώξεις και τη μικροβιακή αντοχή, ο ΕΟΔΥ κατα- την υψηλή επιβάρυνση της χώρας από νοσοκομειακές λοιμώξεις και ανθεκτικά βακτήρια.
Η εικόνα συμπληρώνεται από το ενημερωτικό δελτίο του ECDC για την Ελλάδα το 2025, το οποίο αποτυπώνει την πρόοδο της χώρας σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς στόχους για το 2030.
Τα ελληνικά στοιχεία αφορούν τη γενικότερη μικροβιακή αντοχή και τις νοσοκομειακές λοιμώξεις. Δεν αποδεικνύουν ότι η επιλογή ανθεκτικών βακτηρίων στα αποχετευτικά δίκτυα έχει ήδη καταγραφεί με τον ίδιο τρόπο σε ελληνικά νοσοκομεία, καθώς η συγκεκριμένη έρευνα πραγματοποιήθηκε στη Σουηδία.
Γιατί οι επιστήμονες προτείνουν παρεμβάσεις μέσα στα νοσοκομεία
Η νέα μελέτη υποδεικνύει ότι ο περιορισμός της ρύπανσης από αντιβιοτικά δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο στο τελικό στάδιο της επεξεργασίας των αστικών λυμάτων.
Η προηγμένη επεξεργασία μπορεί να μειώσει τις ποσότητες φαρμακευτικών ουσιών και μικροοργανισμών που καταλήγουν στο περιβάλλον. Δεν μπορεί, όμως, να αναιρέσει την επιλογή ανθεκτικών βακτηρίων που έχει ήδη πραγματοποιηθεί μέσα στις νοσοκομειακές αποχετεύσεις.
Γι’ αυτό οι ερευνητές θεωρούν ότι χρειάζεται να διερευνηθούν στοχευμένες μέθοδοι επεξεργασίας των λυμάτων κοντά στην πηγή τους, καθώς και τρόποι περιορισμού της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης από συγκεκριμένα αντιβιοτικά.
Η ερευνητική ομάδα εξετάζει την ανάπτυξη μιας απλής, στοχευμένης μεθόδου επεξεργασίας που θα μπορούσε να μειώσει την επιλεκτική πίεση μέσα στα αποχετευτικά δίκτυα.
Οποιαδήποτε αλλαγή στη χρήση αντιβιοτικών, πάντως, πρέπει να βασίζεται στις ανάγκες των ασθενών και στην επιστημονικά ενδεδειγμένη θεραπεία. Η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της αποτελεσματικής αντιμετώπισης μιας λοίμωξης.
Τι έχει αποδειχθεί και τι παραμένει ανοιχτό
Η σουηδική έρευνα παρέχει ισχυρά στοιχεία ότι ορισμένα αντιβιοτικά που καταλήγουν στα νοσοκομειακά λύματα μπορούν να ευνοήσουν την επικράτηση ανθεκτικών βακτηρίων, τόσο στα ίδια τα λύματα όσο και στα βιοϋμένια των αποχετευτικών αγωγών.
Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι τα βακτήρια που εντοπίστηκαν μεταδόθηκαν σε ασθενείς ή προκάλεσαν συγκεκριμένες λοιμώξεις στον άνθρωπο. Αυτό αποτελεί διαφορετικό ερευνητικό ερώτημα, το οποίο απαιτεί πρόσθετα στοιχεία.
Η σημασία των ευρημάτων βρίσκεται στον εντοπισμό ενός πιθανού κρίσιμου σημείου για την πρόληψη της μικροβιακής αντοχής: ενός περιβάλλοντος όπου τα υπολείμματα αντιβιοτικών μπορούν να ευνοούν ανθεκτικούς μικροοργανισμούς πριν τα λύματα απομακρυνθούν από το νοσοκομείο.
Η αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής απαιτεί σωστή χρήση αντιβιοτικών, αποτελεσματική πρόληψη των λοιμώξεων και συνεχή επιτήρηση. Η νέα μελέτη προσθέτει σε αυτή την προσπάθεια μια ακόμη παράμετρο: την ανάγκη να εξεταστεί τι συμβαίνει μέσα στα αποχετευτικά δίκτυα των ίδιων των νοσοκομείων.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]