Μεγαλώνοντας, η όραση μπορεί να μην είναι τόσο καθαρή όσο παλαιότερα και η ένταση της τηλεόρασης να χρειάζεται να ανέβει λίγο πιο ψηλά για να ακούμε. Αυτές οι αλλαγές συχνά αντιμετωπίζονται ως αναμενόμενες καθώς περνούν τα χρόνια. Ωστόσο, η εξασθένηση της ακοής αξίζει περισσότερη προσοχή, καθώς οι επιπτώσεις της μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που πιστεύουμε.
Είναι γεγονός πως οι περισσότεροι άνθρωποι θα εμφανίσουν κάποιον βαθμό απώλειας ακοής που σχετίζεται με την ηλικία, η οποία συνήθως γίνεται πιο αισθητή μετά τα 60. Όμως, όπως επισημαίνουν ειδικοί στη γηριατρική στο TODAY, τα προβλήματα μπορεί να ξεκινήσουν πολύ νωρίτερα και, όταν παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση, επιβαρύνουν τον εγκέφαλο, αυξάνοντας τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Η σχέση της ακοής με την άνοια
Σύμφωνα με τις επισημάνσεις των ειδικών, η απώλεια ακοής που δεν αντιμετωπίζεται αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους «τροποποιήσιμους» παράγοντες κινδύνου για άνοια, όμως συχνά αγνοούμενοι τη σημασία της. Ο όρος «τροποποιήσιμος» περι- συμπεριφορές ή εκθέσεις που επηρεάζουν την πιθανότητα εμφάνισης μιας ασθένειας και μπορούν να αλλάξουν, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη γενετική προδιάθεση.
Η εξασθένηση της ακοής συνήθως ξεκινά ανεπαίσθητα στην πρώιμη ενήλικη ζωή και εξελίσσεται αργά επί δεκαετίες. Οι βλάβες από δυνατούς θορύβους μπορούν να αρχίσουν ήδη από την εφηβεία και τη δεκαετία των 20 ετών. Επομένως, οι αισθητές αλλαγές ή δυσκολίες στην ακοή κατά τη μέση ηλικία αποτελούν λόγο για έλεγχο.
Σύμφωνα με την Alzheimer’s Society, όσοι εμφανίζουν απώλεια ακοής μεταξύ 40 και 65 ετών ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας.
Πώς όμως επιβαρύνεται ο εγκέφαλος; Η απώλεια ακοής μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο άνοιας με διαφορετικούς τρόπους. Αρχικά, αυξάνει σημαντικά το γνωστικό φορτίο. Όταν ένας άνθρωπος δεν ακούει καλά, ο εγκέφαλος καταναλώνει πολλή ενέργεια προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει την ομιλία. Έτσι, περιορίζονται οι διαθέσιμοι πόροι για άλλες γνωστικές λειτουργίες, όπως η καταγραφή και η εδραίωση των αναμνήσεων.
Παράλληλα, τα μειωμένα ακουστικά ερεθίσματα μπορεί να οδηγήσουν ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου σε ατροφία ή εξασθένηση, επειδή χρησιμοποιούνται λιγότερο. Η στέρηση αισθητηριακών ερεθισμάτων μπορεί επίσης να μειώσει τη νευροπλαστικότητα, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζεται και να αναδιοργανώνει τις συνδέσεις του.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η κοινωνική απομόνωση, η οποία αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα κινδύνου για άνοια. Οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να ακούσουν συχνά αρχίζουν να αποφεύγουν τις συζητήσεις ή τις κοινωνικές περιστάσεις. Ακόμη και ένα εξωστρεφές, γεμάτο ζωντάνια, άτομο μπορεί να γίνει πιο απόμακρο.
Το ενθαρρυντικό, σύμφωνα με τους ειδικούς στη γηριατρική, είναι ότι υπάρχουν τρόποι για την αντιμετώπιση της απώλειας ακοής και μειώνουν σημαντικά αυτόν τον κίνδυνο.
Το πρώτο σημάδι που χρειάζεται προσοχή
Συνήθως, η πρώτη ένδειξη είναι η δυσκολία κατανόησης της ομιλίας όταν υπάρχει θόρυβος στο περιβάλλον, όπως σε ένα εστιατόριο.
Σύμφωνα με τη Mayo Clinic, άλλα σημάδια είναι οι ήχοι να φαίνονται πνιχτοί ή ασαφείς, η συχνή ανάγκη να ζητάτε από τους άλλους να επαναλάβουν όσα είπαν και η αύξηση της έντασης στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση.
Αν παρατηρείτε τέτοιες δυσκολίες, μιλήστε με τον γιατρό σας. Αυτός μπορεί να σας παραπέμψει για περαιτέρω εξετάσεις και να σας συμβουλεύσει για την κατάλληλη θεραπεία. Τα ακουστικά βαρηκοΐας αποτελούν τη θεραπεία πρώτης γραμμής που σχετίζεται με την ηλικία.
Πότε πρέπει να γίνεται έλεγχος ακοής
Με βάση τις κατευθυντήριες οδηγίες, ο προληπτικός έλεγχος συνιστάται:
- Στην ηλικία των 50 ετών, ακόμη και χωρίς αισθητή απώλεια ακοής.
- Κάθε τρία έως πέντε χρόνια, μέχρι την ηλικία των 65 ετών.
- Κάθε ένα έως τρία χρόνια, μετά τα 65.
Οι υπόλοιπες συνήθειες που στηρίζουν την υγεία του εγκεφάλου
Η φροντίδα της ακοής συμπληρώνεται από συνήθειες που ωφελούν τόσο τον εγκέφαλο όσο και την καρδιά και μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο άνοιας. Οι ειδικοί στη γηριατρική επισημαίνουν τη σημασία του ελέγχου της χοληστερόλης, του σακχάρου και της αρτηριακής πίεσης, της αποχής από το κάπνισμα, της αποφυγής υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και της συστηματικής άσκησης.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]