Ο πρίγκιπας Χάρι αποκαλύπτει ότι πέρασε περίπου δύο εβδομάδες σε κατάθλιψη λίγο μετά τη μετακόμισή του στον Καναδά με τη Μέγκαν Μαρκλ και τον γιο τους, πρίγκιπα Άρτσι, περιγράφοντας για πρώτη φορά με τόσο προσωπικό τρόπο την κατάσταση στην οποία βρέθηκε όταν απομακρύνθηκε από το περιβάλλον που επί χρόνια του προκαλούσε έντονο στρες.
Στο νέο MasterClass με τίτλο Redefining Grief: Building Resilience Through Loss, ο 42χρονος δούκας του Σάσεξ μιλά για το λεγόμενο «κρασάρισμα αδρεναλίνης» που ένιωσε μόλις λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στον Καναδά, στα τέλη του 2019.
«Όταν βρέθηκα στον Καναδά, μακριά από το στρεσογόνο περιβάλλον, όπου προφανώς το σώμα μου ήταν γεμάτο αδρεναλίνη, μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες βίωσα αυτό το κρασάρισμα αδρεναλίνης, κάτι που δεν είχα αισθανθεί ποτέ πριν», λέει ο Χάρι.
Η αλλαγή περιβάλλοντος, όπως περι-, δεν έφερε αμέσως την ανακούφιση που ίσως περίμενε. Αντίθετα, όταν απομακρύνθηκε από τη συνεχή ένταση, αντιλήφθηκε πόσο εξαρτημένος είχε γίνει από αυτήν για να συνεχίζει την καθημερινότητά του.
«Ήταν σαν να χρειαζόμουν το στρες για να παράγει το σώμα μου την αδρεναλίνη που θα βοηθούσε τον εγκέφαλό μου να λειτουργήσει, γιατί έγινα ανίκανος να κάνω οτιδήποτε μέσα στο σπίτι», συνεχίζει. «Στην πραγματικότητα, βυθίστηκα στην κατάθλιψη για περίπου δύο εβδομάδες και ένιωθα ότι δεν μπορούσα να λειτουργήσω χωρίς αδρεναλίνη».
Η μετακόμιση στον Καναδά και η απόφαση να απομακρυνθούν
Ο Χάρι και η Μέγκαν είχαν εγκατασταθεί στον Καναδά μαζί με τον Άρτσι, ο οποίος είχε γεννηθεί τον Μάιο του 2019. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2020, ανακοίνωσαν ότι αποχωρούν από τον ρόλο των ανώτερων εργαζόμενων μελών της βρετανικής βασιλικής οικογένειας.
Ο ίδιος εξηγεί ότι η απομάκρυνση από τη Βρετανία είχε συνδεθεί με την ανάγκη να αποκτήσει χρόνο και απόσταση από όσα είχαν προηγηθεί. «Να αποκτήσουμε λίγο χώρο μακριά από όλα, ώστε να μπορέσω απλώς να σκεφτώ», λέει χαρακτηριστικά.
Η συγκεκριμένη εξομολόγηση περιλαμβάνεται στο MasterClass που δημιούργησε ο Χάρι μαζί με τη νευροεπιστήμονα δρα Μέρι-Φράνσις Ο’Κόνορ. Η συζήτησή τους επικεντρώνεται στο πένθος, στις επιδράσεις του στον εγκέφαλο και στο σώμα και στην προσωπική εμπειρία του Χάρι μετά τον θάνατο της μητέρας του, πριγκίπισσας Νταϊάνα, όταν εκείνος ήταν 12 ετών.
Το MasterClass γυρίστηκε στην Καλιφόρνια στις αρχές του καλοκαιριού, χωρίς να χρησιμοποιηθεί η κατοικία του Χάρι και της Μέγκαν στο Μοντεσίτο. Η παραγωγή κυκλοφόρησε λίγο πριν από την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας στις 10 Οκτωβρίου και συνδέεται επίσης με δύο οργανώσεις που στηρίζουν ανθρώπους μετά την απώλεια αγαπημένων τους προσώπων, το Comfort Zone Camp και το Scotty’s Little Soldiers.
Τα χρόνια μετά τον θάνατο της Νταϊάνα
Πριν ακόμη φτάσει στη δύσκολη περίοδο του Καναδά, ο Χάρι είχε περάσει πολλά χρόνια προσπαθώντας να διαχειριστεί τον θάνατο της Νταϊάνα, η οποία σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στο Παρίσι το 1997.
Ο ίδιος περι- μια μακρά περίοδο κατά την οποία δεν είχε πραγματικά επεξεργαστεί όσα αισθανόταν. «Για 15, 20 χρόνια, όταν με ρωτούσαν “είσαι καλά;”, η απάντησή μου ήταν “είμαι καλά”. Ήταν ένα μούδιασμα, ένα συναισθηματικό κλείσιμο», περι-. «Και χωρίς να το γνωρίζω, η αδρεναλίνη με ωθούσε, με οδηγούσε».
Ο Χάρι συνδέει αυτή την κατάσταση και με την απόφασή του να ενταχθεί στον στρατό σε ηλικία 20 ετών. «Ήταν η κινητήρια δύναμη που με οδήγησε να ενταχθώ στον στρατό στα 20 μου. Ήταν η τέλεια απόσπαση της προσοχής. Δεν μπορούσα πραγματικά να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα από την αποστολή που είχα μπροστά μου», λέει.
Μετά τη δεύτερη αποστολή του στο Αφγανιστάν, το 2013, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι όσα είχε ζήσει στον στρατό είχαν επηρεάσει βαθύτερα την ψυχική του κατάσταση. «Όσα είδα, όσα έζησα, φαίνεται πως αποτέλεσαν ένα έναυσμα για άλλα τραύματα που είχαν αποθηκευτεί μέσα μου», αναφέρει.
Στη συνέχεια περι- συμπτώματα που, όπως λέει, τον έκαναν να καταλάβει ότι κάτι πολύ μεγαλύτερο συνέβαινε. «Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι πιθανότατα είχα εξαντληθεί σε μεγάλο βαθμό. Ακόμη και το να φορέσω ένα απλό πουκάμισο, να σφίξω τον γιακά, μου έδινε κυριολεκτικά την αίσθηση ότι πνιγόμουν. Έπαθα κρίσεις πανικού ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο, στον δρόμο για τη δουλειά», θυμάται.
Και τότε, όπως λέει, κατάλαβε ότι χρειαζόταν να αναζητήσει τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από αυτή την κατάσταση. «Τότε κατάλαβα: “Εντάξει, υπάρχει κάτι μεγαλύτερο εδώ, υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να εξετάσεις”».
Η Ο’Κόνορ εξηγεί ότι το χρόνιο στρες μπορεί να επηρεάσει τον οργανισμό, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη λειτουργία ενός αυτοκινήτου. Η κορτιζόλη, η ορμόνη που παράγεται από τα επινεφρίδια, λειτουργεί στην παρομοίωσή της σαν το σύστημα τροφοδοσίας καυσίμου.
«Αν πατάς συνεχώς το γκάζι και στέλνεις όλη αυτή την ποσότητα “καυσίμου” μέσα στο σώμα σου, αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα», εξηγεί. «Η έρευνα δείχνει ότι στους ανθρώπους που βρίσκονται υπό χρόνιο στρες, η κορτιζόλη κάποια στιγμή εξαντλείται. Και αυτό σημαίνει ότι αισθάνεσαι θολούρα, ότι δεν αποδίδεις καλά, ότι νιώθεις εξαντλημένος ακόμη και όταν σηκώνεσαι το πρωί».
Ο Χάρι αναγνωρίζει αυτή την περιγραφή από τη δική του εμπειρία. «Η πνευματική θολούρα είναι κάτι με το οποίο μπορώ πραγματικά να ταυτιστώ», απαντά.
«Πίστευα ότι η Νταϊάνα θα επέστρεφε»
Στην ίδια συζήτηση, ο Χάρι αναφέρεται και σε μια ιδιαίτερη πλευρά του πένθους του για τη μητέρα του. Ακόμη και χρόνια μετά τον θάνατό της, δυσκολευόταν να αποδεχθεί πλήρως ότι δεν θα επέστρεφε.
«Πίστευα ότι είχε δημιουργήσει αυτή τη διέξοδο για να ξεφύγει από όλα όσα κατέστρεφαν τη ζωή της και ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφε στη ζωή μας μεταμφιεσμένη και θα έπαιρνε εμένα και τον αδελφό μου μακριά», λέει.
Η Ο’Κόνορ εξηγεί ότι ο συναισθηματικός δεσμός με έναν άνθρωπο δεν εξαφανίζεται τη στιγμή του θανάτου του. Ο εγκέφαλος έχει καταγράψει τη σχέση ως έναν διαρκή δεσμό και γι’ αυτό η απουσία μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει πλήρως κατανοητή.
Όπως σημειώνει, όταν δημιουργείται ένας ισχυρός δεσμός με έναν άνθρωπο, ο εγκέφαλος διατηρεί την προσδοκία ότι εκείνος θα εξακολουθεί να υπάρχει στη ζωή μας.
Η ενοχή του Χάρι όταν ένιωθε χαρούμενος
Ένα ακόμη κομμάτι της προσωπικής του διαδρομής ήταν η ενοχή που ένιωθε όταν επέτρεπε στον εαυτό του να είναι ευτυχισμένος μετά τον θάνατο της μητέρας του.
«Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ήμουν συναισθηματικά μουδιασμένος, σε μεγάλο βαθμό επειδή ένιωθα άπιστος και ένοχος στην ιδέα ότι θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος και χαρούμενος χωρίς εκείνη», εξομολογείται.
Ο Χάρι λέει ότι είχε συνδέσει τη θλίψη με την αγάπη που ένιωθε για τη Νταϊάνα:«Ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι λυπημένος και ότι έπρεπε να παραμένω συναισθηματικά μουδιασμένος, προκειμένου να της αποδείξω ότι μου έλειπε».
Στην πορεία, όμως, άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε αυτή την ενοχή. «Η πραγματικότητα είναι ότι αυτό που συνειδητοποίησα ήταν πως εκείνη ήθελε απλώς να είμαι ευτυχισμένος. Και αυτή ήταν μια τεράστια αλλαγή στον τρόπο που σκεφτόμουν. Με απελευθέρωσε και μου έδωσε μια εντελώς διαφορετική οπτική για τη ζωή».
Σήμερα, ο Χάρι συνδέει μεγάλο μέρος της φιλανθρωπικής του δράσης με την προσπάθειά του να συνεχίσει την παρακαταθήκη της μητέρας του. «Σε ό,τι κάνω, σε ό,τι επενδύω την ενέργειά μου, ελπίζω ότι η μητέρα μου θα ήταν περήφανη», λέει.
«Προσπαθώντας να συνεχίσω και να προστατεύσω την κληρονομιά της, αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει ήταν ότι η δουλειά που τελικά επέλεξα, ή στην οποία τελικά παρασύρθηκα και με τράβηξε, ήταν τόσο παρόμοια με τη δουλειά που έκανε εκείνη».
Και καταλήγει μιλώντας για τον τρόπο με τον οποίο η απώλεια εξακολουθεί να υπάρχει στη ζωή του: «Με το πένθος έρχεται κάτι που δεν είναι τόσο ευθύνη, αλλά περισσότερο η μεταφορά του ανθρώπου που έχασες μαζί σου σε όλη σου τη ζωή. Υπάρχει ένα κομμάτι του να κουβαλώ τη μητέρα μου μέσα μου, το οποίο τελικά μου δίνει δύναμη για τη δουλειά που κάνω».
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]