Η νευρική ανορεξία είναι μια σοβαρή διαταραχή πρόσληψης τροφής, με επιπτώσεις τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική υγεία. Για χρόνια, η επιστημονική έρευνα επικεντρωνόταν κυρίως στον εγκέφαλο, στη συμπεριφορά και στους ψυχολογικούς παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνισή της. Μια νέα μελέτη, ωστόσο, στρέφει το ενδιαφέρον σε ένα λιγότερο αναμενόμενο σημείο: τον λιπώδη ιστό και τους μυς.
Ερευνητές με τη συμμετοχή επιστημόνων του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν εντόπισαν μια πιθανή σχέση ανάμεσα στη νευρική ανορεξία και στο γονίδιο PLIN4, το οποίο συμμετέχει στη ρύθμιση της αποθήκευσης λίπους στα κύτταρα.
Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι η ανορεξία δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από τη συμπεριφορά ή την ψυχολογία. Πρόκειται για μια σύνθετη νόσο, στην οποία ενδέχεται να εμπλέκονται και βιολογικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με τον μεταβολισμό.
Τι έδειξε η μελέτη για το γονίδιο PLIN4
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Psychiatry, εξέτασε το DNA 154 ασθενών με νευρική ανορεξία. Οι συμμετέχοντες είχαν επιλεγεί επειδή παρουσίαζαν χαρακτηριστικά όπως ισχυρό οικογενειακό ιστορικό, δυσκολία ανταπόκρισης στις θεραπείες ή ασυνήθιστη κλινική εικόνα.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι 17 από τους 154 ασθενείς, περίπου το 11%, έφεραν σπάνιες παραλλαγές του PLIN4 που προβλέπεται ότι ενδέχεται να επηρεάζουν τη λειτουργία του. Η συχνότητά τους ήταν σχεδόν τετραπλάσια σε σχέση με τον πληθυσμό αναφοράς. Σε ορισμένες οικογένειες, μάλιστα, η ίδια γενετική παραλλαγή εντοπίστηκε και σε στενούς συγγενείς με διαταραχές πρόσληψης τροφής.
Τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν ένδειξη πιθανής γενετικής συσχέτισης, όχι απόδειξη ότι το PLIN4 προκαλεί ανορεξία. Η έρευνα αφορούσε μια μικρή και ειδικά επιλεγμένη ομάδα ασθενών, επομένως χρειάζεται επιβεβαίωση σε μεγαλύτερους και ανεξάρτητους πληθυσμούς.
Γιατί έχει σημασία ότι το γονίδιο δρα εκτός εγκεφάλου
Το PLIN4 κωδικοποιεί μια πρωτεΐνη που σχετίζεται με τα λιπιδικά σταγονίδια, τις δομές μέσα στα κύτταρα όπου αποθηκεύονται λιπίδια. Η δράση του εντοπίζεται κυρίως στον λιπώδη ιστό και στους μυς.
Αυτό είναι και το στοιχείο που προκαλεί το μεγαλύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον: ένα γονίδιο που ενδέχεται να συνδέεται με τη νευρική ανορεξία δεν δρα πρωτίστως στον εγκέφαλο, αλλά σε ιστούς που συμμετέχουν στη διαχείριση της ενέργειας.
Οι ερευνητές εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο διαφορές στον τρόπο αποθήκευσης και αξιοποίησης του λίπους να συμβάλλουν στην ευαλωτότητα ορισμένων ανθρώπων απέναντι στη νόσο.
Η υπόθεση αυτή δεν αναιρεί τη σημασία των ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Υπογραμμίζει, αντίθετα, ότι η νευρική ανορεξία μπορεί να προκύπτει από την αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών μηχανισμών.
Η ανορεξία δεν είναι μόνο ψυχιατρική διαταραχή
Η σημασία της νέας ανακάλυψης γίνεται πιο κατανοητή αν εξετάσουμε όσα γνωρίζουμε ήδη για τη γενετική βάση της νόσου.
Μια μεγάλη μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2019 στο Nature Genetics, με στοιχεία από σχεδόν 17.000 ανθρώπους με νευρική ανορεξία και περισσότερους από 55.000 ανθρώπους χωρίς τη διαταραχή, εντόπισε γενετικές συσχετίσεις τόσο με ψυχιατρικούς όσο και με μεταβολικούς παράγοντες.
Τα αποτελέσματα οδήγησαν τους επιστήμονες να προτείνουν την αντιμετώπιση της ανορεξίας ως μιας «μεταβολικής-ψυχιατρικής διαταραχής», στην οποία ο εγκέφαλος και ο μεταβολισμός συνδέονται στενά. Τη σημασία αυτής της προσέγγισης έχει αναδείξει και το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ (NIMH).
Η νέα μελέτη για το PLIN4 προσθέτει ένα ακόμη πιθανό κομμάτι σε αυτή την εικόνα, χωρίς να σημαίνει ότι έχει βρεθεί ένα μοναδικό «γονίδιο της ανορεξίας».
Η νευρική ανορεξία στην Ελλάδα: Τι αποκαλύπτουν οι έρευνες και πώς αναζητούνται νέες θεραπείες
Η νευρική ανορεξία δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο διεθνούς έρευνας. Και στην Ελλάδα, επιστημονικές ομάδες έχουν μελετήσει τις διατροφικές διαταραχές, ιδιαίτερα στους εφήβους, καθώς και τις δυνατότητες αποτελεσματικότερης θεραπευτικής αντιμετώπισής τους.
Μια μελέτη του Πανεπιστημίου Πατρών σε 3.504 μαθητές της Δυτικής Ελλάδας, που δημοσιεύτηκε το 2021, έδειξε ότι σχεδόν ένας στους πέντε συμμετέχοντες παρουσίαζε αυξημένο κίνδυνο διαταραγμένης διατροφικής συμπεριφοράς. Το εύρημα δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έφηβοι έπασχαν από νευρική ανορεξία, αλλά αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης συμπεριφορών που μπορεί να συνδέονται με διαταραχές πρόσληψης τροφής.
Αντίστοιχα, παλαιότερη ελληνική έρευνα σε 540 εφήβους στην Πάτρα κατέγραψε μη φυσιολογικές στάσεις απέναντι στη διατροφή στο 16,7% των συμμετεχόντων, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων τη σχέση με τη δυσαρέσκεια για την εικόνα του σώματος. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν πανελλαδική εκτίμηση της συχνότητας της νευρικής ανορεξίας. Δείχνουν, ωστόσο, ότι οι δυσκολίες στη σχέση με το φαγητό και το σώμα αποτελούν υπαρκτό ζήτημα υγείας και στον ελληνικό εφηβικό πληθυσμό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια ελληνική επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2026 στο European Eating Disorders Review. Ερευνητές από το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εξέτασαν μια εντατική θεραπευτική παρέμβαση με τη συμμετοχή 32 ασθενών και μελών των οικογενειών τους. Τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά, αν και απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες και μακροχρόνια παρακολούθηση για ασφαλή συμπεράσματα.
Η έρευνα αυτή φωτίζει μια διαφορετική πλευρά της ίδιας πρόκλησης: ενώ οι γενετικές μελέτες επιχειρούν να αποκαλύψουν τους βιολογικούς μηχανισμούς της ανορεξίας, οι κλινικές μελέτες αναζητούν τρόπους ώστε οι ασθενείς να έχουν καλύτερη πρόσβαση σε αποτελεσματική, ολοκληρωμένη φροντίδα.
Σημείωση επιστημονικής ακρίβειας: Η μελέτη του 2026 ανέφερε επίσης αύξηση συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης σε πατέρες που συμμετείχαν. Συνεπώς, τα αποτελέσματα δεν τεκμηριώνουν ομοιόμορφο όφελος για όλα τα μέλη της οικογένειας.
Μπορεί η ανακάλυψη να οδηγήσει σε νέες θεραπείες;
Σήμερα, η αντιμετώπιση της νευρικής ανορεξίας βασίζεται στη διατροφική αποκατάσταση, στην ιατρική παρακολούθηση και στην κατάλληλη ψυχοθεραπευτική υποστήριξη. Δεν υπάρχει φαρμακευτική αγωγή εγκεκριμένη ειδικά για τη θεραπεία της νόσου από τον αμερικανικό FDA, όπως επισημαίνει και επιστημονική ανασκόπηση για τη γενετική της ανορεξίας και τις μελλοντικές εξατομικευμένες θεραπείες.
Η αναγνώριση γονιδίων που ενδέχεται να αυξάνουν την ευαλωτότητα στη νόσο μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τις βιολογικές διεργασίες που εμπλέκονται και, μελλοντικά, να εντοπίσουν νέους θεραπευτικούς στόχους.
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να εξετάσει περαιτέρω τον τρόπο με τον οποίο οι παραλλαγές του PLIN4 επηρεάζουν την αποθήκευση λίπους, καθώς και πιθανές αλλαγές στον λιπώδη ιστό ασθενών με ανορεξία.
Προς το παρόν, δεν υπάρχει γενετική εξέταση του PLIN4 που να μπορεί να προβλέψει αξιόπιστα ποιος θα εμφανίσει νευρική ανορεξία, ούτε η συγκεκριμένη ανακάλυψη αλλάζει τις σημερινές θεραπευτικές οδηγίες.
Το ουσιαστικό μήνυμα είναι ότι η νευρική ανορεξία δεν αποτελεί ζήτημα ματαιοδοξίας ή απλής προσωπικής επιλογής. Είναι μια σοβαρή και πολυπαραγοντική νόσος, της οποίας οι βιολογικές αιτίες συνεχίζουν να αποκαλύπτονται.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]