Ένα βαθιά προσωπικό μήνυμα για τον Γιώργο Μαζωνάκη μοιράστηκε ο Σταμάτης Κραουνάκης, μία ημέρα μετά την είδηση του ξαφνικού θανάτου του αγαπημένου τραγουδιστή. Ο γνωστός δημιουργός μίλησε για τη μακρόχρονη σχέση τους, τις στιγμές που έζησαν μαζί, αλλά και για την τελευταία τους επικοινωνία, η οποία έγινε μόλις λίγες ημέρες πριν από την απώλεια.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης θυμήθηκε με συγκίνηση τη γνωριμία τους, τη συνεργασία τους στο τραγούδι «Ξημερώνει πάλι», αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο Γιώργος Μαζωνάκης κατάφερε να αφήσει το δικό του στίγμα στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Μέσα από τα λόγια του περι- έναν καλλιτέχνη αυθόρμητο, ιδιαίτερο και αληθινό, που δεν φοβήθηκε ποτέ να ξεχωρίσει, τόσο με τη φωνή του όσο και με την εικόνα του. Παράλληλα, αναφέρεται στη συγκλονιστική στιγμή που έμαθε την είδηση του θανάτου του, αδυνατώντας αρχικά να πιστέψει πως ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μιλήσει μόλις πριν από λίγες ημέρες δεν ήταν πλέον στη ζωή.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης τον χαρακτήρισε «την τελευταία αναγνωρίσιμη φωνή στο λαϊκό τραγούδι», υπογραμμίζοντας πως ο Γιώργος Μαζωνάκης κατάφερε να δημιουργήσει τον δικό του μύθο και να αγαπηθεί από το κοινό. Στο μήνυμά του, που δημοσίευσε στα κοινωνικά δίκτυα, έγραψε μεταξύ άλλων: «Δεν άντεχα. Προχθές μιλάγαμε μία ώρα. Δεν άντεχα», αποτυπώνοντας το σοκ και τη συγκίνηση που ένιωσε από την απώλεια του τραγουδιστή.
Η ανάρτηση του Σταμάτη Κραουνάκη για τον Γιώργο Μαζωνάκη
«Τίποτα σήμερα. Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου. Προχθές το βράδυ μου τηλεφώνησες, δεν σε είχα περάσει στο κινητό. Απαντούσα μονολεκτικά, “ποιος είναι”, λέω. “Μαζώ”, μου λες. Μιλάγαμε μία ώρα περίπου, γελάγαμε όπως πάντα, σαν παιδιά που ετοιμάζουμε κάποια καινούργια ζημιά. Ήθελες να έρθω στην Τεχνόπολη, μου είπες να πούμε “Το ξημερώνει πάλι”. Σου λέω “δε βγαίνω πια, αγάπη μου, δεν μπορώ, κάνω κάτι άλλα. Θα σου πω άμα έχεις όρεξη να έρθεις να δεις”.
Βρήκα τι έγραφα τότε που έφυγε ο Νίκος.
Ξημερώνει πάλι:
Παναγιωτόπουλος πάλι.
Αστυνομικό, απίθανο φιλμ.
Ο Μαζωνάκης μας ήρθε στο μυαλό σαν το σωστό πρόσωπο.
Ωραίες ορχήστρες, ωραίο CD.
Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου.
Το Καμικάζι πολύ ωραίο λαϊκό τραγούδι επίσης.
Α, το αγαπώ πολύ το «Κουράστηκα».
Ορφανός χωρίς τον Παναγιωτόπουλο.
Και τα ταξίδια του.
Θυμήθηκα που μου διάβασε το σενάριο και ήταν πρωταγωνίστρια μία που την έπαιζε η Θεοφανία, που ήτανε γλάστρα στα μπουζούκια. Και μου λέει ο Νίκος ποιον να πάρουμε να κάνει τον τραγουδιστή στα μπουζούκια. Μου έλεγε κάτι γυναικεία ονόματα.
Του λέω να πάρουμε τον Μαζωνάκη. Δεν τον ήξερε, του έστειλα, του άρεσε και τον ρώτησα και τον δικό μας και είπε “α, ωραία, ευχαριστώ πολύ”. Έτσι θα κάναμε πάντα με τον Γιώργο, δεν το πολυκουβεντιάζαμε. Είχε έρθει στο στούντιο στο Χολαργό. Δεν υπάρχει πια αυτό το στούντιο. Τότε συνέχεια εκεί έγραφα τα πάντα. Έφυγε και το παιδί που είχε το στούντιο από τον πατέρα του. Ένας άγγελος κι αυτός. Ο Χρήστος ο Κοσμάς.
Ήρθε ο Γιώργος να γράψουμε. Έλεγε δύο φράσεις, έβγαινε έξω. Ξανά μέσα δύο φράσεις. Ξανά έξω. Του λέω κάποια στιγμή, επειδή δεν προχωράγαμε: “Γιώργο μου, γράψε στ’ αρχίδια σου τον Κραουνάκη, γιατί δε με βλέπω να τελειώνουμε και θα μας κυνηγάει ο Παναγιωτόπουλος”. Μετά τον παρέλαβε η Μαριάννα του Νίκου και του έβαλε αυτά τα καπελάκια. Είναι κούκλος. Πήγα και στο γύρισμα που ήτανε κάτι με μαύρες σακούλες και πετάγανε συνέχεια λουλούδια μπροστά στην κάμερα. Όταν έσκασε το τραγούδι, δεν το έπαιζε κανείς. Ο σταθμός που έπαιζε Μαζωνάκηδες δεν ήθελε εμένα, ο Μελωδία που έπαιζε εμένα δεν ήθελε τον Μαζωνάκη. Θυμάμαι λεπτομέρειες.
Παρ’ όλα αυτά, το τραγούδι «Ορφανό» αγαπήθηκε από τον κόσμο, έγινε επιτυχία και μετά από λίγο καιρό του έσκασε και το Gucci φόρεμα και τα δύο μαζί αγκαλίτσα κάνανε έναν χαμό, όσο να ’ναι. Όποτε μου ζητούσε ήμουνα απίκο. Όποτε του ζητούσα ήτανε απίκο. Τον καμάρωνα που πήγαινε και έτρωγε στη μάνα του και έλεγα μέσα μου “δε χάλασε αυτός”.
Και προχθές στα τηλέφωνα. Αφού έβλεπα τον Τσίπρα και με πήρε η Ναταλί και μου είπε “πέθανε ο Μαζωνάκης”, της λέω “άντε καλέ, αφού προχθές μιλάγαμε, είναι ψέματα”. Όσο έβλεπα τον Τσίπρα, πέφτανε κι άλλα τηλέφωνα και μετά άρχισαν τα κανάλια. Για μένα, η τελευταία αναγνωρίσιμη φωνή στο λαϊκό τραγούδι. Από κει και μετά όλο ψάχνεσαι ποιον ή ποιαν ακούς!
Όλοι μοιάζουν μεταξύ τους. Αν δεν ξέρεις ποιος λέει το τάδε τραγούδι, τους μπερδεύεις. Λογικά λυπήθηκε ο μεγάλος κόσμος που τον αγάπησε τόσο και πέρασε τόσο καλά μαζί του. Τολμηρός, πώς κράταγε μικρόφωνο ανάποδα, τι φόραγε, γούσταρε να κάνει ντόρο. Το διασκέδαζε πολύ. Καθαρό λαϊκό παιδί, γνήσιο. Στο καλό να πάει. Υπόγραψε τον μύθο του. Το σκυλί εδώ δε λέει να ησυχάσει.
Να αυτό από το Secret MAD. Επέμενε πολύ η Καλλιόπη να το κάνουμε. Το καράβι που φαίνεται από την πόρτα λεγόταν «Άγιος Νεκτάριος». Είναι στο μικρό ναυπηγείο του μπαμπά του. Στα σχόλια σας βάζω και όλο το soundtrack. Είναι από τα πιο αγαπημένα μου. Καλημέρα παιδιά! Μας έπεσε βαρύ αυτό. Θα βγω στον Μάνο και στον Γιάννη, στο πρωινό «Ώρα Ελλάδος» σήμερα, να πω δυο κουβέντες. Συγνώμη που σ’ όλα τα υπόλοιπα όχι. Δεν άντεχα! Προχθές μιλάγαμε μία ώρα. Δεν άντεχα».»
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]