Για πρώτη φορά μετά το 2012 ανανεώνονται οι συστάσεις για την προληπτική θεραπεία της ημικρανίας στους ενήλικες – Ξεχωριστή ενότητα των νέων οδηγιών αφορά τις γυναίκες που είναι έγκυες, σχεδιάζουν εγκυμοσύνη ή βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία
Νέες κατευθυντήριες οδηγίες για την πρόληψη της ημικρανίας στους ενήλικες εξέδωσαν από κοινού η Αμερικανική Ακαδημία Νευρολογίας και η Αμερικανική Εταιρεία Κεφαλαλγίας, αναθεωρώντας για πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια τις προηγούμενες συστάσεις του 2012.
Οι νέες φαρμακευτικές οδηγίες, οι οποίες ενσωματώνουν τις σημαντικότερες θεραπευτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, δημοσιεύθηκαν διαδικτυακά στις 31 Αυγούστου 2026 στα επιστημονικά περιοδικά Neurology και Headache.
Η AAN (American Academy of Neurology – Αμερικανική Ακαδημία Νευρολογίας) και η AHS (American Headache Society – Αμερικανική Εταιρεία Κεφαλαλγίας) υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει ένα προληπτικό φάρμακο που να είναι το καλύτερο για όλους τους ασθενείς.
Η επιλογή της θεραπείας πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα. Με βάση την αποτελεσματικότητα, τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, το ιατρικό ιστορικό, άλλα προβλήματα υγείας, το κόστος και την προτίμηση του ασθενούς ως προς τον τρόπο χορήγησης, όπως χάπι ή ενέσιμη θεραπεία.
- Διαβάστε επίσης – Ποιες δύο καιρικές συνθήκες αυξάνουν τον κίνδυνο ημικρανίας, σύμφωνα με μελέτη
Ημικρανία – Ποιοι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν προληπτική θεραπεία
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία των νέων οδηγιών είναι ότι διευρύνεται ουσιαστικά η συζήτηση για το ποιος μπορεί να ωφεληθεί από πρόληψη. Προληπτική αγωγή θα πρέπει να προσφέρεται σε ανθρώπους που έχουν:
- τουλάχιστον 4 ημέρες ημικρανίας τον μήνα, ή
- τουλάχιστον 4 ημέρες τον μήνα με μέτρια έως σοβαρή κεφαλαλγία, ή
- ημικρανία που προκαλεί σημαντική αναπηρία και δυσκολεύει την εργασία ή τις καθημερινές δραστηριότητες.
Η προληπτική θεραπεία διαφέρει από τα φάρμακα που λαμβάνονται όταν έχει ήδη αρχίσει μια κρίση. Στόχος της είναι να μειώσει το πόσο συχνά εμφανίζονται οι κρίσεις και πόσο επιβαρύνουν τη ζωή του ασθενούς.
Οι οδηγίες αφορούν τόσο την επεισοδιακή όσο και τη χρόνια ημικρανία. Στη χρόνια ημικρανία, ο ασθενής έχει κεφαλαλγία τουλάχιστον 15 ημέρες τον μήνα για περισσότερους από τρεις μήνες και τουλάχιστον τις οκτώ από αυτές οι πονοκέφαλοι έχουν χαρακτηριστικά ημικρανίας. Όταν οι ημέρες κεφαλαλγίας είναι λιγότερες, μιλάμε για επεισοδιακή ημικρανία.
Οι θεραπείες CGRP αλλάζουν το τοπίο
Η μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με τις οδηγίες του 2012 είναι η ενσωμάτωση των νεότερων θεραπειών που στοχεύουν το CGRP (Calcitonin Gene-Related Peptide), δηλαδή το πεπτίδιο που σχετίζεται με το γονίδιο της καλσιτονίνης.
Πρόκειται για μια ουσία που απελευθερώνεται από νευρικά κύτταρα και συμμετέχει στη δημιουργία και την ενίσχυση του πόνου της ημικρανίας. Οι νεότερες θεραπείες έχουν σχεδιαστεί ώστε να εμποδίζουν τη δράση αυτής της ουσίας και έτσι να μειώνουν τις κρίσεις.
Στις νεότερες θεραπείες περιλαμβάνονται:
- επτινεζουμάμπη (eptinezumab)
- ερενουμάμπη (erenumab)
- φρεμανεζουμάμπη (fremanezumab)
- γκαλκανεζουμάμπη (galcanezumab)
Οι τέσσερις αυτές θεραπείες είναι μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν το CGRP ή τον υποδοχέα του.
Στις επιλογές περιλαμβάνεται επίσης η ατοτζεπάντη (atogepant), ένα φάρμακο που λαμβάνεται από το στόμα και δρα στον ίδιο μηχανισμό.
Για την επεισοδιακή ημικρανία, οι νέες οδηγίες περιλαμβάνουν όχι μόνο αυτές τις νεότερες θεραπείες, αλλά και παλαιότερα φάρμακα με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα.
Τέλος, στη χρόνια ημικρανία μία ακόμη επιλογή είναι η βοτουλινική τοξίνη τύπου Α, η οποία χορηγείται με ενέσεις σε συγκεκριμένα σημεία του κεφαλιού και του αυχένα με στόχο τη μείωση των κρίσεων.
Η νευρολόγος Rebecca C. Burch, μέλος της ομάδας σύνταξης των οδηγιών και καθηγήτρια στο Larner College of Medicine του University of Vermont, επισήμανε ότι η εισαγωγή των ειδικά σχεδιασμένων θεραπειών που στοχεύουν το CGRP αποτελεί τη μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με τις συστάσεις του 2012.
Οι ειδικοί, ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι η ύπαρξη νεότερων φαρμάκων δεν σημαίνει ότι οι παλαιότερες θεραπείες εγκαταλείπονται, καθώς δεν έχει αποδειχθεί ότι μία αγωγή υπερέχει σε όλους τους ασθενείς.
Πόσο πρέπει να περιμένουμε πριν πούμε ότι ένα φάρμακο «δεν δουλεύει»
Οι νέες οδηγίες βάζουν πιο συγκεκριμένους κανόνες και στον χρόνο που πρέπει να δίνεται σε μια προληπτική θεραπεία προτού αξιολογηθεί.
Για τα περισσότερα φάρμακα συνιστάται να περάσουν 8 έως 12 εβδομάδες στη συνιστώμενη και ανεκτή δόση, πριν κριθεί εάν έχουν αποτέλεσμα.
Για τη βοτουλινική τοξίνη τύπου Α στη χρόνια ημικρανία απαιτείται μεγαλύτερη υπομονή, καθώς η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας συνιστάται μετά από 24 εβδομάδες. Εάν η ανταπόκριση παραμένει ανεπαρκής, γιατρός και ασθενής μπορούν να συζητήσουν αλλαγή θεραπείας.
Οι οδηγίες επιμένουν ιδιαίτερα στη λεγόμενη κοινή λήψη απόφασης. Όπως προαναφέρθηκε, οι νέες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εξατομίκευση της προληπτικής θεραπείας. Η επιλογή της αγωγής γίνεται με βάση όχι μόνο την αποτελεσματικότητά της, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς, όπως τα συνοδά νοσήματα, οι πιθανές αντενδείξεις, η ανεκτικότητα στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ο τρόπος χορήγησης και το κόστος.
Τι μπορούν να κάνουν οι ίδιοι οι ασθενείς
Η πρόληψη της ημικρανίας δεν περιορίζεται μόνο στα φάρμακα. Οι νέες οδηγίες επισημαίνουν ότι η τακτική άσκηση, η αναγνώριση των παραγόντων που μπορεί να πυροδοτούν τις κρίσεις και οι συμπεριφορικές παρεμβάσεις μπορούν να βοηθήσουν στη συνολική αντιμετώπιση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη συχνή λήψη φαρμάκων για τον πονοκέφαλο. Η υπερβολική χρήση τους μπορεί, αντί να βοηθήσει, να οδηγήσει σε κεφαλαλγία από κατάχρηση φαρμάκων και να κάνει τις κρίσεις συχνότερες.
Οι ασθενείς δεν πρέπει επίσης να θεωρούν ότι μια προληπτική αγωγή απέτυχε επειδή δεν είδαν αποτέλεσμα μέσα στις πρώτες ημέρες. Για τις περισσότερες θεραπείες χρειάζονται, όπως ειπώθηκε παραπάνω, αρκετές εβδομάδες προτού να μπορεί να αξιολογηθεί σωστά η αποτελεσματικότητά τους.
Τι αλλάζει στην εγκυμοσύνη
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις γυναίκες που είναι έγκυες ή σχεδιάζουν εγκυμοσύνη, καθώς ορισμένες προληπτικές θεραπείες μπορεί να ενέχουν κινδύνους για το έμβρυο.
Κατά την εγκυμοσύνη, οι ειδικοί συνιστούν να δίνεται, όπου είναι δυνατόν, προτεραιότητα σε μη φαρμακευτικές επιλογές και η χρήση προληπτικών φαρμάκων να εξετάζεται μόνο όταν κρίνεται αναγκαία.
Εάν απαιτείται φαρμακευτική αγωγή, η επιλογή πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα από τον γιατρό, αφού σταθμιστούν προσεκτικά το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα και οι πιθανοί κίνδυνοι για το έμβρυο.
Τέλος, οι οδηγίες αναφέρουν ότι υπάρχουν θεραπευτικές επιλογές που μπορούν να εξεταστούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ωστόσο για ορισμένες από αυτές τα διαθέσιμα δεδομένα στην εγκυμοσύνη παραμένουν περιορισμένα.
Πηγές: Medscape Neurology Headache, καθώς και η επίσημη ανακοίνωση της American Academy of Neurology.
Φωτογραφία: istock