Τον Οκτώβριο του 1862, η Ελλάδα βρισκόταν σε σημείο καμπής. Η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην διακυβέρνηση του βασιλιά Όθωνα και της βασίλισσας Αμαλίας οδήγησε σε εξέγερση, εξαναγκάζοντας το βασιλικό ζεύγος να εγκαταλείψει τη χώρα πάνω στο αγγλικό πολεμικό πλοίο «Σκύλλα». Η έξωση του πρώτου μονάρχη της ανεξάρτητης Ελλάδας άφησε ένα τεράστιο πολιτικό και θεσμικό κενό.
Η προσωρινή Κυβέρνηση, υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια διπλή πρόκληση: έπρεπε να διατηρήσει την τάξη στο εσωτερικό και ταυτόχρονα να αποτρέψει τις Μεγάλες Δυνάμεις από το να επιβάλουν έναν ανεπιθύμητο ηγεμόνα. Η λύση που προκρίθηκε ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής. Αποφασίστηκε η διενέργεια του πρώτου δημοψηφίσματος στην ελληνική ιστορία, ώστε ο ίδιος ο λαός να επιλέξει τον νέο του ηγεμόνα.
Η διαδικασία διεξήχθη από τις 19 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1862. Δεν υπήρχαν προκαθορισμένα ψηφοδέλτια ή επίσημες υποψηφιότητες με τη σημερινή έννοια. Οι πολίτες προσέρχονταν στις κάλπες και ανέγραφαν σε ένα κομμάτι χαρτί το όνομα του προσώπου που επιθυμούσαν να δουν στον θρόνο της Ελλάδας.
Η ελληνική κοινωνία, προσδοκώντας μια γεωπολιτική συμμαχία που θα προστάτευε τη χώρα και θα βοηθούσε στην εδαφική της επέκταση, στράφηκε μαζικά προς τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Το όνομα που κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή ήταν αυτό του πρίγκιπα Αλφρέδου, του 18χρονου δεύτερου γιου της βασίλισσας Βικτωρίας.
Οι Έλληνες πίστευαν ακράδαντα ότι η εκλογή ενός Βρετανού πρίγκιπα θα εξασφάλιζε την άμεση παραχώρηση των Ιονίων Νήσων και την οικονομική στήριξη του Λονδίνου.
Τα αποτελέσματα της κάλπης: Το 95% ψήφισε τον πρίγκιπα Αλφρέδο
Η ψηφοφορία ξεκίνησε στις 19 Νοεμβρίου 1862 με το παλαιό ημερολόγιο, δηλαδή την 1η Δεκεμβρίου με το νέο, και το αποτέλεσμα ανακοινώθηκε στην Εθνοσυνέλευση τον Φεβρουάριο του 1863.
Σε συνολικά 241.202 ψηφίσαντες (στους οποίους περιλαμβάνονταν και Έλληνες της διασποράς), ο πρίγκιπας Αλφρέδος έλαβε 230.016 ψήφους, συγκεντρώνοντας το εξωπραγματικό ποσοστό του 95,3%.
Τα υπόλοιπα αποτελέσματα αποτύπωναν το κλίμα της εποχής αλλά και ορισμένες αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες:
- Πρίγκιπας Αλφρέδος (Βρετανία): 230.016 ψήφοι
- Δούκας του Λευχτενβέργης (Ρωσική επιρροή): 2.400 ψήφοι
- Αβασίλευτη Δημοκρατία: 93 ψήφοι
- Πριγκιπας Γουλιέμος (Δανία): 6 ψήφοι
- Βασιλιάς Όθωνας (επιστροφή): 1 ψήφος
- Διάφοροι άλλοι υποψήφιοι: Έλαβαν από μερικές δεκάδες έως μερικές εκατοντάδες ψήφους (ανάμεσά τους ο Γάλλος πρίγκιπας Ναπολέων, ακόμα και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης). Υπήρχαν μάλιστα ψήφοι για τις πιο διαφορετικές επιλογές. Κάποιοι έγραψαν «Ορθόδοξος βασιλεύς», και άλλοι σκέτο «βασιλεύς».
Η ετυμηγορία του λαού ήταν ξεκάθαρη και πανηγυρίστηκε έντονα στους δρόμους της Αθήνας. Ωστόσο, η χαρά της λαϊκής νίκης επρόκειτο να κρατήσει πολύ λίγο, καθώς η διεθνής διπλωματία είχε ήδη διαφορετικούς σχεδιασμούς.
Το διπλωματικό αδιέξοδο: Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και το «άκυρο» των Μεγάλων Δυνάμεων
Η μαζική υπερψήφιση του πρίγκιπα Αλφρέδου προκάλεσε άμεσο συναγερμό στις ευρωπαϊκές αυλές. Η Γαλλία και η Ρωσία αντέδρασαν σθεναρά, βλέποντας την προοπτική μιας Ελλάδας που θα μετατρεπόταν σε προτεκτοράτο της Βρετανίας.
Το κύριο νομικό εμπόδιο, όμως, ήταν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1832. Βάσει αυτής της διεθνούς συνθήκης, οι τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν δεσμευτεί ρητά ότι κανένα μέλος των δικών τους βασιλικών οικογενειών δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει τον θρόνο της Ελλάδας.
Η βασίλισσα Βικτωρία και η βρετανική κυβέρνηση, παρά τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, ξεκαθάρισαν ότι δεν είχαν καμία διάθεση να παραβιάσουν τη διεθνή συνθήκη και να έρθουν σε ρήξη με τις υπόλοιπες Δυνάμεις.
Το θέμα δεν ήταν μόνο διπλωματικό. Η βασίλισσα Βικτώρια δεν επιθυμούσε να δει τον γιο της να αναλαμβάνει τον ελληνικό θρόνο. Τα βρετανικά αρχεία της εποχής καταγράφουν μάλιστα ότι η ίδια είχε αποφασίσει να μην επιτρέψει στον Αλφρέδο, ούτε σε άλλον γιο της, να δεχθεί το ελληνικό στέμμα.
Ο πρίγκιπας Αλφρέδος αρνήθηκε επίσημα το στέμμα, αφήνοντας το πρώτο ελληνικό δημοψήφισμα ακυρωμένο στην πράξη.
Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να βρεθεί σε ένα επικίνδυνο πολιτικό κενό για αρκετούς μήνες, έχοντας απορρίψει τον παλιό της βασιλιά, έχοντας εκλέξει έναν νέο που δεν μπορούσε να αναλάβει και κανείς δεν τον είχε ρωτήσει αν ήθελε να αναλάβει.
Η λύση από τη Δανία: Πώς ο 17χρονος Γουλιέλμος έγινε ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄
Μπροστά στον κίνδυνο της απόλυτης αποσταθεροποίησης, οι διπλωμάτες των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισαν να αναζητούν έναν «ουδέτερο» πρίγκιπα από κάποιον οίκο που δεν εμπλεκόταν στους ανταγωνισμούς των μεγάλων κρατών.
Μετά από διαβουλεύσεις μηνών, η επιλογή κατέληξε στον 17χρονο Δανό πρίγκιπα Χριστιανό Γουλιέλμο Φερδινάνδο Γεώργιο, του οίκου των Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Σόντερμπουργκ-Γκλύξμπουργκ.
Οι Βρετανοί που απο την μία δεν ήθελα να έρθουν σε κόντρα με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελαν να χάσουν και την επιρροή τους στην Ελλάδα, για να χρυσώσουν το χάπι της ακύρωσης του δημοψηφίσματος, αποφάσισαν να δώσουν στον ελληνικό λαό αυτό που ουσιαστικά είχε στο μυαλό του ψηφίζοντας βρετανό μονάρχη, αλλά χωρίς… τον βρετανό μονάρχη.
Συνέδεσαν την αποδοχή του Δανού πρίγκιπας ως νέου μονάρχη με μια μεγάλη εθνική παραχώρηση: την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα.
Τον Μάρτιο του 1863, η Ελληνική Εθνοσυνέλευση επικύρωσε την απόφαση των Δυνάμεων και ανακήρυξε ομόφωνα τον Δανό πρίγκιπα ως βασιλιά Γεώργιο Α΄ των Ελλήνων. Στις 13 Ιουλίου 1863 υπογράφηκε στο Λονδίνο η συνθήκη με την οποία ο πρίγκιπας ο Γουίλιαμ της Δανίας αναγνωριζόταν ως Γεώργιος Α΄, Βασιλιάς των Ελλήνων.
Ο νέος ηγεμόνας έφτασε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1863, εγκαινιάζοντας τη μακροβιότερη βασιλεία στη νεότερη ελληνική ιστορία, η οποία διήρκεσε σχεδόν μισό αιώνα.
Κατά τη διάρκεια των 50 ετών της παραμονής του στον θρόνο, η Ελλάδα δεν κέρδισε μόνο τα Επτάνησα. Με προσεκτικούς διπλωματικούς χειρισμούς και τη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, το κράτος διπλασιάστηκε εδαφικά με την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881, ενώ ακολούθησαν οι θριαμβευτικές νίκες των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), που διεύρυναν τα σύνορα μέχρι τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Αιγαίου.
Η αυλαία της διαδρομής του έπεσε δραματικά στις 5 Μαρτίου 1913, όταν ο 67χρονος Γεώργιος Α΄ δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, λίγους μόλις μήνες πριν συμπληρώσει τη χρυσή ιωβηλαία του στον ελληνικό θρόνο.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]