Η παχυσαρκία αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη κακοήθειας, δεύτερο μετά το κάπνισμα. Η συσσώρευση υπερβάλλοντος λιπώδους ιστού έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τουλάχιστον 13 διαφορετικών νεοπλασιών, μεταξύ των οποίων:
- το αδενοκαρκίνωμα οισοφάγου,
- ο καρκίνος μαστού,
- ο καρκίνος παχέος εντέρου,
- ενδομητρίου,
- στομάχου,
- χοληδόχου κύστης,
- νεφρού,
- ωοθηκών,
- παγκρέατος και ήπατος, καθώς και
- το πολλαπλό μυέλωμα.
Υπολογίζεται ότι περίπου 4–8% των καρκίνων παγκοσμίως μπορούν να αποδοθούν στο υπερβάλλον σωματικό λίπος.
Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι η συσχέτιση παχυσαρκίας και καρκινογένεσης έχει ισχυρή βιολογική βάση.
Η παχυσαρκία συνοδεύεται από υπερινσουλιναιμία και ενεργοποίηση του άξονα insulin-like growth factor-1 (IGF-1), μηχανισμούς που ευνοούν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και αναστέλλουν την απόπτωση. Παράλληλα, η αυξημένη δραστηριότητα της αρωματάσης στον λιπώδη ιστό αυξάνει την έκθεση σε οιστρογόνα, ενώ οι μεταβολές στις αδιποκίνες (με αύξηση της λεπτίνης και μείωση της αδιπονεκτίνης) και η χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή δημιουργούν ένα μικροπεριβάλλον που μπορεί να ευνοήσει την καρκινογένεση.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερώτημα κατά πόσο η φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1 receptor agonists) θα μπορούσε, πέρα από την απώλεια βάρους και τη βελτίωση του μεταβολικού προφίλ, να επηρεάσει και τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Μεγάλη αναδρομική ανάλυση 1,65 εκατομμυρίων ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, με παρακολούθηση έως και 15 έτη, συνέκρινε τους GLP-1 αγωνιστές τόσο με την ινσουλίνη όσο και με τη μετφορμίνη. Σε σύγκριση με την ινσουλίνη, η χρήση GLP-1 αγωνιστών συσχετίστηκε με σημαντικά χαμηλότερη επίπτωση σε 10 από τους 13 καρκίνους που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Μεταξύ άλλων, παρατηρήθηκε κατά 59% χαμηλότερος κίνδυνος καρκίνου παγκρέατος και κατά 53% χαμηλότερος κίνδυνος ηπατοκυτταρικού καρκινώματος, καθώς και μειωμένος κίνδυνος για καρκίνο παχέος εντέρου, ενδομητρίου, νεφρού, ωοθηκών, πολλαπλού μυελώματος και χοληδόχου κύστης.
Ωστόσο, η ερμηνεία αυτών των αποτελεσμάτων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Όταν οι GLP-1 αγωνιστές συγκρίθηκαν με τη μετφορμίνη, δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική μείωση της επίπτωσης των ίδιων κακοηθειών. Μάλιστα, για τον καρκίνο του νεφρού παρατηρήθηκε αυξημένος σχετικός κίνδυνος έναντι της μετφορμίνης.
Η χρόνια υπερινσουλιναιμία συμμετέχει στους μηχανισμούς μέσω των οποίων η παχυσαρκία και η ινσουλινοαντίσταση συνδέονται με την καρκινογένεση. Επομένως, η χαμηλότερη επίπτωση καρκίνου στους ασθενείς που λαμβάνουν GLP-1 αγωνιστές έναντι ινσουλίνης δεν αποδεικνύει απαραίτητα άμεση αντικαρκινική δράση των GLP-1 φαρμάκων.
Παράλληλα, η ερμηνεία των διαθέσιμων ευρημάτων απαιτεί προσοχή, καθώς τα περισσότερα προέρχονται από αναδρομικές μελέτες παρατήρησης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να τεκμηριώσουν αιτιώδη σχέση. Παράγοντες όπως:
- οι διαφορές στα χαρακτηριστικά των ασθενών,
- στη συχνότητα του προληπτικού ογκολογικού ελέγχου και
- στην πραγματική έκθεση στη θεραπεία
ενδέχεται να επηρεάζουν τις παρατηρούμενες συσχετίσεις και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Σημαντικό είναι επίσης ότι μεγάλο μέρος των δεδομένων προηγείται της ευρείας χρήσης της σεμαγλουτίδης και της τιρζεπατίδης σε άτομα με παχυσαρκία χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, για τα οποία τα μακροχρόνια ογκολογικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα.
Συνεπώς, οι GLP-1 αγωνιστές δεν μπορούν σήμερα να θεωρηθούν φάρμακα πρόληψης του καρκίνου ούτε να χορηγούνται με αποκλειστικό στόχο τη μείωση του ογκολογικού κινδύνου. Τα δεδομένα, ωστόσο, ενισχύουν μια ευρύτερη και εξαιρετικά σημαντική έννοια:
- η μεταβολική υγεία και
- η πρόληψη του καρκίνου είναι στενά συνδεδεμένες.
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής, μεταβολικής παρέμβασης και, όπου ενδείκνυται, φαρμακοθεραπείας, ενδέχεται μακροπρόθεσμα να αποτελέσει ένα ακόμη σημαντικό εργαλείο πρωτογενούς πρόληψης του καρκίνου. Το εάν οι GLP-1 αγωνιστές προσφέρουν πρόσθετη, ανεξάρτητη αντικαρκινική προστασία πέρα από την απώλεια βάρους και τη βελτίωση της ινσουλινοευαισθησίας αποτελεί πλέον ένα σημαντικό ερευνητικό ερώτημα που απαιτεί μακροχρόνιες, προοπτικές μελέτες.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]