Στη σύγχρονη ογκολογία, ο βιοδείκτης δεν είναι μία ακόμη εργαστηριακή εξέταση: είναι το διαβατήριο του ασθενούς προς την κατάλληλη θεραπεία.
Στην Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ) υποδεχθήκαμε με ιδιαίτερη ικανοποίηση τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης για την επικαιροποίηση του καταλόγου των αποζημιούμενων βιοδεικτών και, ιδίως, τη θεσμοθέτηση μιας σαφούς διαδικασίας τακτικής αξιολόγησης και ένταξης νέων βιοδεικτών στο μέλλον.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα προς τον εκσυγχρονισμό της ογκολογικής περίθαλψης στη χώρα μας και ανταποκρίνεται σε ένα πάγιο αίτημα της επιστημονικής κοινότητας για ένα δυναμικό σύστημα που θα μπορεί να ακολουθεί τις συνεχείς εξελίξεις της Ιατρικής Ακριβείας.
Ωστόσο, η κλινική εφαρμογή του νέου πλαισίου έχει ήδη καθυστερήσει σημαντικά. Κατά το διάστημα αυτό, πολλοί ασθενείς στερήθηκαν τη δυνατότητα πρόσβασης σε απαραίτητες μοριακές εξετάσεις, γεγονός που σε αρκετές περιπτώσεις περιόρισε ή καθυστέρησε την πρόσβασή τους στις πλέον κατάλληλες στοχευμένες ή ανοσοθεραπευτικές επιλογές.
Το μέγεθος της ανάγκης αποτυπώνεται και στους υπολογισμούς της ΕΟΠΕ: η εφαρμογή της υπουργικής απόφασης για τους βιοδείκτες αναμένεται να δώσει πρόσβαση σε περίπου 23.000 ασθενείς με διαφορετικά νεοπλάσματα (μεταξύ άλλων καρκίνο πνεύμονα, μαστού, προστάτη, παγκρέατος, ουροδόχου κύστης, παχέος εντέρου, ωοθηκών και τραχήλου μήτρας) σε εξετάσεις απαραίτητες για την ορθή θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου τους.

Στο πλαίσιο της σχετικής συνέντευξης Τύπου, στο πάνελ συμμετείχαν οι κ.κ. Εμμανουήλ Σαλούστρος, Αριστοτέλης Μπάμιας και Μιχάλης Λιόντος από την ΕΟΠΕ, ο κ. Σπυρίδων Γούλας, Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού του ΕΟΠΥΥ, η κα. Έλενα Χουλιάρα, Αντιπρόεδρος του ΣΦΕΕ, ο κ. Ελευθέριος Ελευθεριάδης, Αντιπρόεδρος της ΕΕΠΑ, η κα. Παρασκευή Μιχαλοπούλου, Αντιπρόεδρος της ΕΛΛΟΚ και η κα. Εύη Πούλιου, Αξιολογητής Ποιότητας του ΕΣΥΔ.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης αναδείχθηκε η ανάγκη να επιταχυνθούν οι διαδικασίες υλοποίησης της αποζημίωσης των βιοδεικτών, ώστε η θεσμική πρόοδος που έχει ήδη επιτευχθεί να μετατραπεί άμεσα σε πραγματική δυνατότητα πρόσβασης για τους ασθενείς.
Παράλληλα, τονίστηκε η σημαντική συμβολή της ΕΟΠΕ και της φαρμακοβιομηχανίας στην υποστήριξη κλινικών προγραμμάτων που επιτρέπουν τη δωρεάν εξέταση βιοδεικτών σε ασθενείς με καρκίνο. Από το 2015, μέσα από τα προγράμματα αυτά, περισσότερα από 3.500 άτομα με καρκίνο ωοθηκών, ενδομητρίου, πνεύμονα, μαστού, γαστρικό και ουροθηλιακό καρκίνο έχουν λάβει κλινικά χρήσιμες πληροφορίες για τη μοριακή ταυτοποίηση της νόσου και την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης. Τα προγράμματα αυτά έχουν καλύψει ουσιαστικά κενά πρόσβασης τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, υπογραμμίστηκε ότι η μακροπρόθεσμη και ισότιμη πρόσβαση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε έκτακτες πρωτοβουλίες, αλλά απαιτεί ένα σταθερό, διαφανές και προβλέψιμο πλαίσιο αξιολόγησης, αποζημίωσης και χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διασφάλιση της ποιότητας των εξετάσεων. Η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων προϋποθέτει:
- εργαστήρια που εφαρμόζουν τεκμηριωμένες διαδικασίες ποιότητας,
- διαθέτουν κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό,
- χρησιμοποιούν επικυρωμένες μεθόδους, συμμετέχουν σε εξωτερικά προγράμματα ποιοτικού ελέγχου και
- λειτουργούν με βάση πρότυπα πιστοποίησης από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ).
Συζητήθηκε επίσης πώς οι υφιστάμενες διαδικασίες μπορούν να βελτιστοποιηθούν στο μέλλον, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της αξιοπιστίας, της συγκρισιμότητας και της ταχύτητας των αποτελεσμάτων.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημάνθηκε η ανάγκη να υποστηριχθεί η πιστοποίηση των εργαστηρίων των δημόσιων νοσοκομείων που διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό ασθενών με καρκίνο. Η ενίσχυση αυτών των εργαστηρίων αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για την ισότιμη πρόσβαση των ασθενών σε ποιοτικούς βιοδείκτες, ανεξάρτητα από τον τόπο παρακολούθησης ή το θεραπευτικό κέντρο στο οποίο απευθύνονται.

Κεντρικό σημείο της συζήτησης αποτέλεσε και ο ρόλος των Παθολογοανατόμων. Η άμεση συμμετοχή τους στη διαχείριση των δειγμάτων των ασθενών είναι απαραίτητη, ώστε να εξασφαλίζεται:
- η καταλληλότητα του βιολογικού υλικού,
- η ορθολογική επιλογή των εξετάσεων και
- το καλύτερο δυνατό διαγνωστικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, υπογραμμίστηκε η ανάγκη επαρκούς αποζημίωσης της εργασίας τους, καθώς η ποιότητα της μοριακής διάγνωσης αρχίζει από τη σωστή προαναλυτική διαχείριση του δείγματος.
Η ΕΟΠΕ επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η συνταγογράφηση των βιοδεικτών πρέπει να πραγματοποιείται από τις ιατρικές ειδικότητες που είναι υπεύθυνες για τη λήψη των θεραπευτικών αποφάσεων και αξιοποιούν άμεσα τα αποτελέσματα των εξετάσεων στην κλινική πράξη. Για τους συμπαγείς όγκους, η ευθύνη αυτή ανήκει στους Παθολόγους Ογκολόγους, οι οποίοι έχουν τη συνολική ευθύνη του θεραπευτικού σχεδιασμού και της επιλογής της κατάλληλης εξατομικευμένης θεραπείας σύμφωνα με τα διεθνή επιστημονικά δεδομένα.
Από την πλευρά του ΕΟΠΥΥ εκφράστηκε η αισιοδοξία ότι η διαπραγμάτευση με τους παρόχους θα ολοκληρωθεί σύντομα, ώστε να καταστεί εφικτή η εφαρμογή της συνταγογράφησης των νέων βιοδεικτών. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό βήμα για την πρακτική ενεργοποίηση του νέου πλαισίου και για τη μετατροπή της θεσμικής πρόβλεψης σε πραγματικό όφελος για τους ασθενείς.
Η ΕΟΠΕ παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας, τον ΕΟΠΥΥ και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ώστε η Ιατρική Ακριβείας να καταστεί πραγματικότητα για όλους τους ασθενείς με καρκίνο στη χώρα μας. Η έγκαιρη πρόσβαση σε ποιοτικούς βιοδείκτες και στις κατάλληλες στοχευμένες θεραπείες αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παροχή σύγχρονης, αποτελεσματικής και ισότιμης ογκολογικής φροντίδας.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]