Η ταχύτητα με την οποία ένας άνθρωπος ξεκινά να κάνει ένα βήμα ίσως αποτελεί σημαντικό δείκτη για το προσδόκιμο ζωής και τον κίνδυνο θανάτου, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη, όπως αναφέρει το δημοσίευμα της Daily Mail.
Ερευνητές στο Ισραήλ θέλησαν να διερευνήσουν πώς η ισορροπία, η στάση του σώματος και η μυϊκή κίνηση σχετίζονται με την επιβίωση των ηλικιωμένων σε διάστημα σχεδόν δύο δεκαετιών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για κάθε επιπλέον 100 χιλιοστά του δευτερολέπτου (0,1 δευτερόλεπτο) που χρειάζονταν οι συμμετέχοντες για να ξεκινήσουν ένα εθελοντικό βήμα ενώ ήταν απασχολημένοι με άλλη νοητική δραστηριότητα, ο κίνδυνος θανάτου αυξανόταν κατά 28% κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.
Συνήθως, η έναρξη ενός βήματος διαρκεί περίπου 600 έως 700 χιλιοστά του δευτερολέπτου, ανάλογα με το ύψος, τη φυσική κατάσταση και τη γενική ταχύτητα βάδισης του ατόμου. Στο τρέξιμο ή το σπριντ, ο χρόνος αυτός μειώνεται στα 300 έως 400 χιλιοστά του δευτερολέπτου.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η πιο αργή έναρξη του βήματος αποτελεί ένδειξη μειωμένης νευρολογικής και φυσιολογικής ανθεκτικότητας κατά τη γήρανση, δηλαδή της ικανότητας του εγκεφάλου και του σώματος να προσαρμόζονται στο στρες. Παράλληλα, η κακή ισορροπία αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων, οι οποίες στους ηλικιωμένους μπορεί να προκαλέσουν κατάγματα, απώλεια μυϊκής μάζας και τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις. Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι αντίστοιχες δοκιμασίες θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στις κλινικές αξιολογήσεις, ώστε να βελτιωθεί η πρόβλεψη της επιβίωσης και να εφαρμοστούν έγκαιρες παρεμβάσεις για τη γνωστική και κινητική υγεία.
Η ταχύτητα βάδισης μειώνεται φυσιολογικά με την ηλικία λόγω μυϊκής αδυναμίας, μικρότερης ευκαμψίας των αρθρώσεων, χειρότερης ισορροπίας και βραδύτερης επεξεργασίας πληροφοριών από τον εγκέφαλο. Επιπλέον, οι μύες της γάμπας εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου, ενώ οι νευρικές ώσεις που ελέγχουν την κίνηση καθυστερούν, επηρεάζοντας τον συντονισμό μεταξύ εγκεφάλου και μυών. Παθήσεις όπως η οστεοαρθρίτιδα στα γόνατα, τα ισχία και τα πέλματα προκαλούν επίσης πόνο, οδηγώντας σε πιο αργό περπάτημα.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Gerontology, περιέλαβε 120 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, με μέση ηλικία τα 78 χρόνια, τα οποία παρακολουθήθηκαν για διάστημα από 10 έως 17 έτη.
Οι συμμετέχοντες έπρεπε να μπορούν να στέκονται όρθιοι για τουλάχιστον 90 δευτερόλεπτα χωρίς βοήθεια και να περπατούν τουλάχιστον 10 μέτρα. Οι ερευνητές τους ζήτησαν να κάνουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα βήματα προς τα εμπρός, προς τα πίσω και στο πλάι, ενώ στη συνέχεια εκτελούσαν μια τροποποιημένη δοκιμασία Stroop, κατά την οποία έπρεπε να ονομάζουν το χρώμα του μελανιού λέξεων που ήταν τυπωμένες με διαφορετικό χρώμα από αυτό που περιέγραφαν.
Οι συμμετέχοντες που δεν επέζησαν κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης χρειάζονταν κατά μέσο όρο 423 χιλιοστά του δευτερολέπτου για να ξεκινήσουν το βήμα τους, έναντι 313 χιλιοστών για όσους παρέμειναν στη ζωή. Επιπλέον, κάθε βήμα τους διαρκούσε περίπου 1,3 δευτερόλεπτα, ενώ στους επιζώντες 1,1 δευτερόλεπτα. Όσοι παρουσίαζαν χειρότερη ισορροπία όταν στέκονταν με κλειστά μάτια είχαν επίσης μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνουν κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η πιο αργή έναρξη του βήματος μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη φυσική δραστηριότητα, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο θνησιμότητας. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η μελέτη είχε περιορισμούς, όπως το μικρό δείγμα και το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν μόνο σε μία σειρά δοκιμασιών. Επίσης, τα ευρήματα καταδεικνύουν συσχέτιση και όχι σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]