Οικονομικές στενότητες, χειρωνακτική εργασία στο εξωτερικό και μια σκληρή καθημερινότητα μακριά από την Ελλάδα συνθέτουν το άγνωστο παρασκήνιο πίσω από τα νεανικά χρόνια που πέρασε ο Χρήστος Θηβαίος πριν από την καταξίωση στον χώρο του τραγουδιού. Καλεσμένος στην τηλεοπτική εκπομπή «Στούντιο 4», ο ερμηνευτής περιέγραψε τις έντονες εμπειρίες που βίωσε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, αλλά και τους φόβους του οικογενειακού του περιβάλλοντος για την ενασχόλησή του με την τέχνη.
Όπως εξήγησε, η επιλογή της συγκεκριμένης χώρας έγινε μετά από ένα τυχαίο ταξίδι αναζήτησης, με την τελική απόφαση να σφραγίζεται μέσα στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Μπολόνια, όταν αντίκρισε μια ελληνική επιγραφή που έγραφε «Ψυχής Ιατρείον».
Προκειμένου, όμως, να ανταπεξέλθει στα έξοδα διαβίωσης, αναγκάστηκε να στραφεί σε επαγγέλματα που δεν είχαν καμία σχέση με τη μουσική.
«Δούλεψα ως παλιατζής για να επιβιώσω. Ήταν ένας φοιτητής καλών τεχνών, ο Ίκο, από το Φεντερίκο, ένα πολύ καλό παιδί, ο οποίος είχε ένα βανάκι, και πηγαίναμε και αδειάζαμε σπίτια, αποθήκες, αχυρώνες… Παίρναμε παλιά πράγματα, προς μεταπώληση. Εκείνος τα πούλαγε, εγώ έπαιρνα το μεροκάματο.
Λοιπόν, κάποια στιγμή, μέσα σε όλα αυτά αδειάσαμε ένα σπίτι. Εκεί τα σπίτια δεν έχουν ασανσέρ, στο κέντρο ειδικά της Μπολόνια, είναι παλιά σπίτια, όλα με σκάλες… Και όπως είχα κατεβάσει, θυμάμαι, ένα περίεργο έπιπλο με κάτι συρτάρια, κάτι σαν κομό, με έναν σκελετό περίεργο το οποίο είχε επάνω, ένα μαντολίνο.
Μου λέει “επειδή είσαι μουσικός αυτό, άμα θες, το παίρνεις”. Και το πήρα. Και ερχόμενος στην Ελλάδα το έδωσα στον Τάσο Λώλη από τους «Συνήθεις Ύποπτους» και γι’ αυτό υπάρχει κι αυτός ο ήχος του μαντολίνου στους “Συνήθεις Ύποπτους”», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Μην ακολουθήσει ο Χρηστάκης στα δικά μας βήματα»
Η επιθυμία του να ασχοληθεί με τα καλλιτεχνικά δρώμενα βρήκε αντίθετους τους γονείς του, οι οποίοι προέρχονταν από τον χώρο του θεάματος και γνώριζαν τις δυσκολίες του επαγγέλματος. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωναν και κορυφαία ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου που διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένειά του.
«Οι γονείς μου φοβόντουσαν ότι θα γίνω καλλιτέχνης. Είχανε ζήσει μια δύσκολη ζωή. Το θέμα ήτανε ότι χρωστάω στην οικογένεια όχι μόνο στους γονείς μου, αλλά και σε όλους τους φίλους των γονιών μου. Ο Ζαννίνο, ας πούμε, όταν ήμουν παιδί του, ο Κώστας Βουτσάς, που ήμουν παιδί του, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Άννα Καλουτά, ο Βασίλης ο Αυλωνίτης, η Μάρθα Καραγιάννη. Όλοι αυτοί έλεγαν “Μην ακολουθήσει ο Χρηστάκης στα δικά μας βήματα, μην τραβήξει όλα αυτά που τραβήξαμε εμείς, που τραβάμε εμείς”. Για να φτάσουν εκεί που φτάσανε οι άνθρωποι… δεινοπαθήσανε», ανέφερε ο Χρήστος Θηβαίος.
Οι μέρες που τρεφόταν μόνο με χαλβά
Οι οικονομικές πιέσεις έγιναν ακόμη πιο έντονες κατά τη διάρκεια ενός χειμώνα στην Ιταλία, όταν ένα τραπεζικό πρόβλημα εμπόδισε την οικογένειά του να του στείλει χρήματα, με αποτέλεσμα να ξεμείνει από βασικά εφόδια.
«Επιστρέφω από την Ελλάδα μέσα σε μια παγωνιά. Ευτυχώς εκεί στην Μπολόνια τότε, είχαμε φυσικό αέριο, οπότε τα κοινόχρηστα ήταν πολύ πιο χαμηλά, για να πληρώσω. Τουλάχιστον είχα ζέστη. Και είχανε και κάποιο μπλόκο οι τράπεζες, δεν μπορούσα… Δεν είχα ξεκινήσει ακόμα να δουλεύω στην περίοδο εκείνη και δεν μπορούσαν και οι δικοί μου να μου στείλουν κάποια χρήματα για να ζήσω. Όπου ψάχνω τα ντουλάπια, ψάχνω τα πάντα να δω τι έχουν αφήσει οι υπόλοιποι φοιτητές στο σπίτι. Βρίσκω λοιπόν μια νταμιτζάνα λάδι. Βρίσκω ζάχαρη. Οπότε είχα ζάχαρη, λάδι. Νερό υπάρχει απ’ τη βρύση. Και έψαξα σε όλα τα παλτά και τα μπουφάν και ό,τι ψιλά βρήκα, πήγα και αγόρασα σιμιγδάλι και έφτιαξα χαλβά. Τη γνωστή συνταγή. Και έζησα για μια βδομάδα, δέκα μέρες με χαλβά. Ό,τι περίσσεψε νομίζω, πήγα και πήρα και κανέλα και ήμουν άρχοντας».
Το παράπονο για τη μητέρα του
Κλείνοντας τη ροή της εξομολόγησής του, ο Χρήστος Θηβαίος στάθηκε στη μητέρα του και στην άρνησή της να πιστέψει ότι ο γιος της θα κατάφερνε να συνεργαστεί με κορυφαίους καλλιτέχνες, εκφράζοντας παράλληλα τη λύπη του που εκείνη δεν πρόλαβε να τον δει στη σκηνή.
«Της είπα “μαμά, θα τραγουδήσω με τον Γιώργο Νταλάρα στην Ιερά Οδό”. Μου λέει “παιδί μου, μην τα πιστεύεις αυτά”. Δεν έζησε να το δει. Έφυγε τον Οκτώβριο κι εγώ βγήκα τον Δεκέμβριο. Φοβερό. Θα το ήθελα να είναι εκεί. Πίστευα ότι αν προσπαθήσεις και θέλεις – και αυτό είναι οδηγία προς ναυτιλλομένους – αν πιστεύεις πραγματικά αυτό που θέλεις, χωρίς εκπτώσεις, αλλά να είσαι ο εαυτός σου, θα γίνει».
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]