Η ταυτόχρονη έκθεση σε τοξικές χημικές ουσίες και στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής φαίνεται πως δημιουργεί συνδυαστικά ένα ακόμη πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα για την αναπαραγωγική υγεία, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Η έρευνα εξετάζει πώς οι χημικές ουσίες που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα, οι οποίες βρίσκονται συχνά στα πλαστικά, σε συνδυασμό με φαινόμενα όπως η θερμική καταπόνηση λόγω της κλιματικής αλλαγής, συνδέονται με μειωμένη γονιμότητα και αναπαραγωγική ικανότητα σε πολλά είδη παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, αλλά και της άγριας ζωής και των ασπόνδυλων οργανισμών.
Αν και οι επιπτώσεις κάθε παράγοντα ξεχωριστά έχουν μελετηθεί εκτενώς, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι υπάρχουν ελάχιστες έρευνες για το τι συμβαίνει όταν οι οργανισμοί εκτίθενται και στα δύο ταυτόχρονα. Σύμφωνα με τη Susanne Brander, μία από τις επικεφαλής συγγραφείς της μελέτης και συνεργαζόμενο μέλος του Oregon State University, ο συνδυασμός αυτός ενδέχεται να αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τη γονιμότητα.
«Δεν εκτιθέμεθα μόνο σε έναν, αλλά σε δύο παράγοντες ταυτόχρονα, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική επίπτωση πιθανότατα είναι ακόμη χειρότερη», ανέφερε χαρακτηριστικά στον Guardian. Η μελέτη βασίστηκε στην ανάλυση 177 επιστημονικών εργασιών.
Ανάμεσα στους συγγραφείς βρίσκεται και η Shanna Swan, η οποία είχε συνυπογράψει την ιδιαίτερα σημαντική μελέτη του 2017 που αποκάλυψε ότι τα επίπεδα σπέρματος στους άνδρες των δυτικών χωρών είχαν μειωθεί περισσότερο από 50% μέσα σε τέσσερις δεκαετίες. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι αντίστοιχη πτωτική πορεία ακολουθεί συνολικά η ανθρώπινη γονιμότητα.
Παράλληλα, το Institute for Health Metrics and Evaluation του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον είχε προειδοποιήσει ότι ο κόσμος οδεύει προς ένα μέλλον «χαμηλής γονιμότητας», εκτιμώντας πως έως το 2050 περισσότερες από τα τρία τέταρτα των χωρών θα βρίσκονται κάτω από το όριο αναπλήρωσης πληθυσμού.
Η «πηγή του κακού»
Οι ερευνητές εστίασαν ιδιαίτερα στις χημικές ουσίες που επηρεάζουν το ενδοκρινικό σύστημα, όπως τα μικροπλαστικά, η δισφαινόλη, οι φθαλικές ενώσεις και οι ουσίες PFAS. Οι ουσίες αυτές θεωρείται ότι προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην αναπαραγωγική λειτουργία, διαταράσσουν τις ορμόνες και ενδέχεται να αποτελούν βασικό παράγοντα της παγκόσμιας μείωσης της γονιμότητας.
Η Brander σημείωσε ότι οι βλαβερές επιπτώσεις αυτών των χημικών εμφανίζονται με παρόμοιο τρόπο σε διαφορετικούς οργανισμούς, από τα ασπόνδυλα μέχρι τον άνθρωπο.
Για παράδειγμα, οι φθαλικές ενώσεις έχουν συνδεθεί με αλλοιωμένη μορφολογία σπέρματος στα ασπόνδυλα, με διαταραχές στη σπερματογένεση στα τρωκτικά και με μειωμένο αριθμό σπερματοζωαρίων στους ανθρώπους. Αντίστοιχα, οι ουσίες PFAS θεωρείται ότι επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος, ενώ και οι δύο κατηγορίες συνδέονται με ορμονικές διαταραχές.
Οι ουσίες αυτές βρίσκονται σχεδόν παντού στα καταναλωτικά προϊόντα, γεγονός που σημαίνει ότι οι άνθρωποι εκτίθενται σε αυτές σε καθημερινή βάση.
Ο ρόλος της κλιματικής αλλαγής
Την ίδια στιγμή, προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η αύξηση της θερμοκρασίας, η μείωση των επιπέδων οξυγόνου και η θερμική καταπόνηση που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή μπορούν επίσης να επιδεινώσουν τα προβλήματα υπογονιμότητας.
Η θερμική καταπόνηση έχει συνδεθεί με ορμονικές διαταραχές στους ανθρώπους, αλλά και με προβλήματα στη σπερματογένεση σε τρωκτικά και ταύρους. Παράλληλα, η θερμοκρασία παίζει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του φύλου σε ψάρια, ερπετά και αμφίβια. Πολλά είδη έχουν εξελιχθεί ώστε να «επιλέγουν» το φύλο των απογόνων τους εν μέρει με βάση τη θερμοκρασία, όμως η υπερθέρμανση του πλανήτη μπορεί να διαταράξει αυτή τη φυσική ισορροπία.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ακόμη ότι αρκετές χημικές ουσίες που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα ενδέχεται επίσης να επηρεάζουν τον περιβαλλοντικό καθορισμό φύλου.
Το καταστροφικό «κοκτέιλ» απαιτεί άμεση λήψη μέτρων
Η μελέτη ανέλυσε τις κοινές επιπτώσεις της χημικής έκθεσης και της κλιματικής αλλαγής σε διάφορες κατηγορίες οργανισμών, από τα ασπόνδυλα έως τον άνθρωπο. Στα πτηνά, για παράδειγμα, η έκθεση σε αυξημένες θερμοκρασίες, PFAS, οργανοχλωριωμένες ενώσεις και πυρεθροειδή μπορεί ξεχωριστά να προκαλέσει ανωμαλίες στο σπέρμα, αυξημένη θνησιμότητα νεοσσών, προβλήματα στους όρχεις και μείωση πληθυσμών.
«Τι συμβαίνει όταν εκτίθενται σε περισσότερους από έναν παράγοντες ταυτόχρονα; Αυτό το ερώτημα δεν έχει διερευνηθεί αρκετά. Ωστόσο, όταν δύο διαφορετικοί παράγοντες προκαλούν το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα, είναι πολύ πιθανό οι επιπτώσεις να αθροίζονται», εξήγησε η Brander.
Η Katie Pelch, ανώτερη επιστήμονας του οργανισμού Natural Resources Defense Council, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στον Guardian ότι οι συγγραφείς βασίστηκαν σε υψηλής ποιότητας επιστημονικά δεδομένα.
Αν και υπογράμμισε την ανάγκη για περισσότερες έρευνες σχετικά με τις συνδυαστικές επιπτώσεις, συμφώνησε με το βασικό συμπέρασμα της μελέτης. «Είναι πολύ πιθανό οι πολλαπλοί παράγοντες στρες να λειτουργούν αθροιστικά, ακόμη κι αν οι μηχανισμοί βλάβης διαφέρουν», ανέφερε.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί τόσο περιορισμό της κλιματικής αλλαγής όσο και μείωση της χρήσης τοξικών χημικών ουσιών.
Ως παράδειγμα αποτελεσματικής παρέμβασης, η μελέτη αναφέρει τη διεθνή μείωση της χρήσης DDT και PCB μέσω της Σύμβασης της Στοκχόλμης, τονίζοντας όμως ότι απαιτούνται πολύ πιο εκτεταμένα μέτρα. «Υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία και στους δύο τομείς ώστε να αναλάβουμε δράση για να μειώσουμε τον αντίκτυπό μας στον πλανήτη», κατέληξε η Brander.
[penci_related_posts title=”ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:” number=”8″ style=”grid” align=”none” displayby=”cat” orderby=”random”]