Για δεκαετίες η συζήτηση για την καρδιαγγειακή υγεία περιστρεφόταν γύρω από έναν αριθμό: τη χοληστερίνη.
Σε εκατομμύρια εξετάσεις αίματος, το συμπέρασμα ήταν συχνά το ίδιο: υψηλή LDL χοληστερίνη, άρα αυξημένος κίνδυνος και ανάγκη για φαρμακευτική παρέμβαση.
Ωστόσο, σύμφωνα με ανάρτηση του γιατρού μεταβολικής ιατρικής Δημήτρη Τσουκαλά, προέδρου του European Institute of Molecular Medicine (EINUMM), η εικόνα αυτή ήταν εξαρχής ελλιπής.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε ανάλυσή του στα social mediaQ
«Για δεκαετίες, η συζήτηση για την υγεία της καρδιάς κατέληγε σχεδόν πάντα στο ίδιο σημείο: “Η χοληστερίνη σου είναι υψηλή. Θα χρειαστείς φαρμακευτική αγωγή για τη μείωσή της”. Η χοληστερίνη έγινε ο μεγάλος ένοχος. Το μέτρο με το οποίο κρινόταν αν κάποιος κινδυνεύει ή όχι».
Η εικόνα που δεν φαινόταν
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η επιστημονική γνώση εδώ και χρόνια υποδείκνυε μια πιο σύνθετη πραγματικότητα.
«Αυτή η εικόνα ήταν πάντα ελλιπής και το ξέραμε. […]. Άτομα με υψηλή LDL αλλά καλό μεταβολικό προφίλ δεν είχαν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Και αντίθετα, άτομα με “φυσιολογική” χοληστερίνη αλλά παχυσαρκία, αντίσταση στην ινσουλίνη, χρόνια φλεγμονή και οξειδωτικό στρες εκδήλωναν αθηρωμάτωση και έμφραγμα», σημειώνει ο γιατρός και προσθέτει πώς η LDL αποτελεί μόνο έναν κρίκο μιας μεγαλύτερης αλυσίδας:
«Η LDL είναι ένας κρίκος σε μια πολύ μεγαλύτερη αλυσίδα», με τη μεταβολική δυσλειτουργία στο επίκεντρο.
Η μεταβολική δυσλειτουργία στο επίκεντρο
Σύμφωνα με τον Δρ. Τσουκαλά, η σύγχρονη καρδιολογική έρευνα μετατοπίζει πλέον το ενδιαφέρον προς τη συνολική μεταβολική λειτουργία του οργανισμού.
Όπως αναφέρει, πρόσφατη επιστημονική αναφορά της European Society of Cardiology υπογραμμίζει ότι η καρδιαγγειακή νόσος συνδέεται στενά με ευρύτερες μεταβολικές διαταραχές.
«Η καρδιαγγειακή νόσος είναι αποτέλεσμα βαθύτερης μεταβολικής δυσλειτουργίας που επηρεάζει τον οργανισμό συνολικά», υπογραμμίζει και εξηγεί πώς στους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται η παχυσαρκία, η αντίσταση στην ινσουλίνη, ο διαβήτης τύπου 2, η χρόνια φλεγμονή, τα αυξημένα τριγλυκερίδια, η χαμηλή HDL και το οξειδωτικό στρες.
Το νέο φαρμακευτικό τοπίο και ο ρόλος των GLP-1 θεραπειών
Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί νέες φαρμακευτικές θεραπείες για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και των μεταβολικών διαταραχών, κυρίως αγωνιστές GLP-1. Μεταξύ αυτών είναι τα Ozempic, Mounjaro και Wegovy.
Ο Δρ. Τσουκαλάς επισημαίνει ότι τα φάρμακα αυτά οδηγούν σε απώλεια βάρους, ωστόσο συνοδεύονται από ανεπιθύμητες ενέργειες και η χρήση τους συχνά απαιτεί μακροχρόνια θεραπεία.
«Το βασικότερο όμως: απαιτούν μόνιμη χρήση. Πολλαπλές κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η απώλεια βάρους επιστρέφει γρήγορα μετά τη διακοπή τους». Επίσης, ορισμένα ζητήματα ασφάλειας συνεχίζουν να αξιολογούνται από ρυθμιστικές αρχές όπως ο U.S. Food and Drug Administration και ο European Medicines Agency.
Δείτε την ανάρτησή του Δρ. Δημήτρη Τσουκαλά:
Το ερώτημα που παραμένει
Κατά τον ίδιο, το βασικό ερώτημα αφορά την αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος.
«Αν το πρόβλημα είναι μεταβολικό, η λύση δεν θα έπρεπε να ξεκινά από εκεί;» Σύμφωνα με την ανάρτησή του γιατρού, οι μεταβολικές διαταραχές που συνδέονται με καρδιαγγειακά νοσήματα μπορούν να βελτιωθούν μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής.
«Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι οι μεταβολικές διαταραχές που οδηγούν σε καρδιαγγειακά νοσήματα είναι αναστρέψιμες με την κατανάλωση ανεπεξέργαστων τροφίμων, την τακτική σωματική δραστηριότητα, τον ποιοτικό ύπνο και την υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής».
Και καταλήγει:
«Αυτές δεν είναι “εναλλακτικές” προσεγγίσεις. Είναι το αρχικό αίτιο και η ουσιαστική αντιμετώπισή του».