Μελέτη εντόπισε σε extensions μαλλιών, την παρουσία ουσιών που έχουν συσχετιστεί με καρκινογένεση, διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος, αναπτυξιακά προβλήματα και επιπτώσεις στο ανοσοποιητικό.
Στην πιο εκτενή και συστηματική έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί έως σήμερα, οι ερευνητές του Ινστιτούτου Silent Spring εντόπισαν δεκάδες δυνητικά επικίνδυνες χημικές ουσίες σε προϊόντα extensions μαλλιών. Ακόμη και σε εκείνα που κατασκευάζονται από ανθρώπινη τρίχα.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Environment & Health, αποκαλύπτουν τα ισχυρότερα μέχρι στιγμής στοιχεία για τους πιθανούς κινδύνους υγείας που συνδέονται με αυτή την κατηγορία προϊόντων ομορφιάς. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η χρήση τους αφορά δυσανάλογα τις μαύρες γυναίκες.
Περισσότερο από το 70% των μαύρων γυναικών δηλώνουν ότι έχουν φορέσει extensions τουλάχιστον μία φορά τον τελευταίο χρόνο, έναντι ποσοστού μικρότερου του 10% σε άλλες φυλετικές και εθνοτικές ομάδες.
Για πολλές γυναίκες, η χρήση τους δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά συνδέεται με πολιτισμική ταυτότητα, προσωπική έκφραση και πρακτική ευκολία. Ωστόσο, η επιστημονική γνώση γύρω από τη χημική σύσταση αυτών των προϊόντων παραμένει περιορισμένη.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, η δρ. Ελίσια Φράνκλιν, ερευνήτρια στο Silent Spring Institute, εξηγεί ότι παρότι στο παρελθόν είχαν εντοπιστεί ορισμένες ανησυχητικές ουσίες σε παρόμοια προϊόντα, η συνολική εικόνα παρέμενε ασαφής. Παράλληλα σημειώνει ότι στόχος της έρευνας ήταν να αποτυπωθεί το πλήρες εύρος της χημικής επιβάρυνσης.
Extensions μαλλιών – Η έρευνα
Τα extensions μπορεί να είναι κατασκευασμένα είτε από συνθετικές ίνες – συνήθως πλαστικά πολυμερή – είτε από βιολογικά υλικά, όπως ανθρώπινη τρίχα, ίνες μπανάνας ή μετάξι.
Συχνά υφίστανται επεξεργασία με χημικές ουσίες ώστε να αποκτήσουν ιδιότητες όπως ανθεκτικότητα στη φλόγα, αδιαβροχοποίηση ή αντιμικροβιακή δράση. Ωστόσο, οι εταιρείες σπάνια δημοσιοποιούν πλήρως τα συστατικά που χρησιμοποιούν, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να μην γνωρίζουν την έκταση της πιθανής έκθεσής τους σε δυνητικά επικίνδυνες ουσίες.
Επιπλέον, οι ίνες εφαρμόζονται απευθείας στο τριχωτό της κεφαλής και στον αυχένα και, κατά τη θερμική επεξεργασία (π.χ. ίσιωμα ή φορμάρισμα), μπορούν να απελευθερώνουν χημικές ουσίες στον αέρα, οι οποίες ενδέχεται να εισπνευστούν.
Για τις ανάγκες της μελέτης, η δρ. Φράνκλιν προμηθεύτηκε 43 δημοφιλή προϊόντα από ηλεκτρονικά καταστήματα και φυσικά σημεία πώλησης καλλυντικών. Τα προϊόντα ταξινομήθηκαν με βάση το υλικό τους και τους ισχυρισμούς που έφεραν στην ετικέτα.
Μεταξύ των συνθετικών δειγμάτων, 19 διαφημίζονταν ως επιβραδυντικά φλόγας, τρία ως αδιάβροχα, εννέα ως ανθεκτικά στη θερμότητα και τρία έφεραν «πράσινους» χαρακτηρισμούς, όπως «χωρίς PVC» ή «μη τοξικό».
Οι ερευνητές εφάρμοσαν μη στοχευμένη χημική ανάλυση, εντοπίζοντας περισσότερες από 900 χημικές «υπογραφές». Στη συνέχεια, με τη βοήθεια εργαλείων μηχανικής μάθησης, οι υπογραφές αυτές συγκρίθηκαν με εξειδικευμένες βάσεις δεδομένων και ταυτοποιήθηκαν 169 διαφορετικές χημικές ουσίες, κατανεμημένες σε εννέα βασικές δομικές κατηγορίες.
Αξίζει να διευκρινιστεί τι ακριβώς σημαίνει ότι οι ερευνητές εντόπισαν περισσότερες από 900 χημικές «υπογραφές», αλλά τελικά ταυτοποίησαν 169 ουσίες. Στο πρώτο στάδιο της έρευνας εφαρμόστηκε μη στοχευμένη χημική ανάλυση, δηλαδή μια ευρεία εργαστηριακή «σάρωση» που κατα- κάθε χημικό σήμα που ανιχνεύεται στο δείγμα, χωρίς να αναζητά συγκεκριμένες ουσίες.
Κάθε τέτοιο σήμα – ή «υπογραφή» – αντιστοιχεί στην παρουσία κάποιου χημικού στοιχείου ή ένωσης, όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η ουσία αυτή μπορεί να αναγνωριστεί άμεσα και με βεβαιότητα.
Με άλλα λόγια, οι 900 υπογραφές αντιπροσωπεύουν το σύνολο των ανιχνεύσιμων χημικών σημάτων που κατέγραψαν τα όργανα.
Στη συνέχεια, με τη βοήθεια εξειδικευμένων βάσεων δεδομένων και αλγορίθμων μηχανικής μάθησης, οι επιστήμονες προσπάθησαν να αντιστοιχίσουν αυτά τα σήματα με γνωστές χημικές ενώσεις. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψαν 169 ουσίες που μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν με σαφήνεια και να ταξινομηθούν σε εννέα βασικές δομικές κατηγορίες.
- Διαβάστε επίσης: Μαλλιά: Τι μπορούν να αποκαλύψουν για την υγεία σας
Extensions μαλλιών – Τα ευρήματα της έρευνας
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά.
Σχεδόν όλα τα δείγματα, με εξαίρεση μόλις δύο, περιείχαν τουλάχιστον μία επικίνδυνη χημική ουσία.
Συνολικά, 48 από τις χημικές ουσίες που ταυτοποιήθηκαν περιλαμβάνονται σε επίσημους καταλόγους επικινδυνότητας. Από αυτές, οι 12 καταγράφονται στην Πρόταση 65 της Καλιφόρνιας ως ουσίες που συνδέονται με καρκίνο, συγγενείς ανωμαλίες ή βλάβες στην αναπαραγωγική ικανότητα.
Επιπλέον, τέσσερα διαφορετικά επιβραδυντικά φλόγας εντοπίστηκαν τόσο σε συνθετικά όσο και σε βιολογικής προέλευσης δείγματα, γεγονός που δείχνει ότι η παρουσία τους δεν περιορίζεται μόνο στα πλαστικά υλικά.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το εύρημα ότι σε 36 από τα 43 δείγματα ανιχνεύθηκαν 17 χημικές ουσίες που έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Ορισμένες από αυτές είναι γνωστό ότι επηρεάζουν το ορμονικό σύστημα, μεταβάλλοντας τη δράση των οιστρογόνων και άλλων ορμονών με τρόπους που ενδέχεται να αυξάνουν τον σχετικό κίνδυνο.
Τέλος, σχεδόν το 10% των προϊόντων περιείχε οργανοκασσιτερικές ενώσεις, ουσίες με τεκμηριωμένη τοξικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συγκεντρώσεις τους υπερέβαιναν τα επιτρεπόμενα όρια που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι συγκεκριμένες χημικές ουσίες υπόκεινται σε αυστηρή ρύθμιση.
Ανάγκη ενίσχυσης της εποπτείας και θέσπισης σαφέστερων κανόνων διαφάνειας
Με δεδομένο ότι η παγκόσμια αγορά extensions εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 14 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2028, οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της εποπτείας και θέσπισης σαφέστερων κανόνων διαφάνειας.
Ήδη, πολιτειακές πρωτοβουλίες στις ΗΠΑ κινούνται προς την κατεύθυνση υποχρεωτικής γνωστοποίησης συστατικών και περιορισμού επικίνδυνων ουσιών. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, προωθείται νομοθετική πρόταση που θα αναθέτει στον FDA την αρμοδιότητα ρύθμισης της ασφάλειας των συνθετικών πλεξούδων και extensions.
Τα ευρήματα της μελέτης δεν αποτελούν απλώς επιστημονική καταγραφή, αλλά αναδεικνύουν ένα ζήτημα δημόσιας υγείας, θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών και ιδιαίτερα των γυναικών που χρησιμοποιούν συστηματικά αυτά τα προϊόντα.
Φωτογραφία: istock